Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Τετράδιο 1: Απ' το λειμώνα της παράδοσης

Ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα βασισμένο στη έκθεση που διοργανώθηκε στο Πολιτιστικο Κ¨εντρο Νέας Ιωνίας Βόλου από το Σϋλλογο Σαφαδιτών Βόλου και το Κέντρο Κεντήματος Σοφάδων πάνω στο κέντημα, τα στρωσίδια και την ενδυμασία...
Περισσότερα ...http://www.scribd.com/doc/82426805

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

Ημερολόγιο από τους μαθητές της Στ' τάξης με θέματα από την τοπική ιστορία του Πηλίου

Το Ημερολόγιο του 2011 που επιμελήθηκε η Στ τάξη είναι αφιερωμένο στην τοπική ιστορία του Πηλίου. Μια σειρά από στιγμές που ξεκινούν από την μυθολογία κια φτάνουν ως τη νεώτερη ιστορία, ήθη κι έθιμα, πρόσωπα, δραστηριότητες της αγροτικής ζωής, αρχιτεκτονήματα συμπληρώνουν μια πρώτη προσέγγιση ενός πολύτιμου θησαυρού που οι μαθητές συγκέντρωσαν κατά την έρευνά τους. Παράλληλα εικονογράφησαν τα θέματα δίνοντας και την εικαστική τους άποψη.

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

Μουσείο Ελληνικού Παραδοσιακού Παιχνιδιού: Ιστορία παιχνιδιού 3.500 χρόνων


Η παλαιότερη αναφορά στη γνωστή μας ξύλινη σβούρα υπάρχει στην 
Ιλιάδα. Εκεί ο Ομηρος συγκρίνει την περιστροφή μιας πέτρας που 
εκσφενδόνισε ο Αίας ο Τελαμώνιος με τη χαρακτηριστική κίνηση της σβούρας
 π   Δεκάδες παιχνίδια από το 1600 π.Χ. μέχρι το 1970 φιλοξενούνται στο Μουσείο Παραδοσιακού Παιχνιδιού. Στην αυλή του τα παιδιά θα παίξουν με αντικείμενα που ψυχαγωγούσαν προηγούμενες γενιές, ενώ θα μάθουν και να τα κατασκευάζουν
Η παλαιότερη αναφορά στη γνωστή μας ξύλινη σβούρα υπάρχει στην Ιλιάδα. 
Εκεί ο Ομηρος συγκρίνει την περιστροφή μιας πέτρας που εκσφενδόνισε 
ο Αίας ο Τελαμώνιος με τη χαρακτηριστική κίνηση 
της σβούρας πριν σταματήσει να περιστρέφεται

Τουλάχιστον 770 παιχνίδια έχει καταγράψει ο 50χρονος εκπαιδευτικός
 Γ. Τσιώνας. Πολλά από αυτά φιλοξενούνται στην έκθεση λίγο έξω από το 
Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, σε τέσσερις θεματικές ενότητες
Τουλάχιστον 770 παιχνίδια έχει καταγράψει ο 
50χρονος εκπαιδευτικός Γ. Τσιώνας. Πολλά 
από αυτά φιλοξενούνται στην έκθεση λίγο 
έξω από το Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, 
σε τέσσερις θεματικές ενότητες


«Ψυχή» του Μουσείου είναι ένας 50χρονος εκπαιδευτικός, ο Γιώργος Τσιώνας, δάσκαλος σε σχολείο της Τούμπας, ο οποίος προβληματίστηκε πριν από 7 χρόνια όταν έβλεπε τα παιδιά να κυνηγιούνται στην αυλή του σχολείου, αφού στα διαλείμματα δεν ήξεραν κανένα ομαδικό παιχνίδι να παίξουν. «Τότε συνέλαβα την ιδέα να μάθω στους μαθητές μου παιχνίδια που παίζαμε εμείς μικροί, στο χωριό μου, το Λιβαδερό Κοζάνης. Αλλωστε, 25 χρόνια ασχολούμαι με την παράδοση και τη λαογραφία, δεν ήταν δύσκολο. Ετσι τους μάζευα στα διαλείμματα και τους έδειχνα πώς παίζονταν τα κότσια, οι σβούρες, οι βόλοι, η χελιδόνα», λέει ο κ. Τσιώνας στο «Εθνος».
Στη συνέχεια, αποφάσισε να αντιγράψει τα παλιά εκείνα παιχνίδια και ξεκίνησε από τα προϊστορικά. Από αγγεία και αμφορείς που βρέθηκαν σε αρχαϊκούς οικισμούς, αντέγραψε τους βόλους, σφαιρίδια δηλαδή από πηλό ή γυαλί, αλλά και τα κότσια, που μοιάζουν πολύ με τα σημερινά πεντάβολα. Ψάχνοντας στις πηγές έφτασε μέχρι τον Ηρόδοτο, ο οποίος αναφέρει πως τα επιτραπέζια παιχνίδια εντοπίζονται για πρώτη φορά στη Λυδία της Μικράς Ασίας, ενώ σε αναπαραστάσεις ο Αχιλλέας και ο Αίας εμφανίζονται να παίζουν ένα είδος σκακιού.
Ο Γ. Τσιώνας υπερηφανεύεται ότι έχει καταγράψει πάνω από 770 παιχνίδια από το 1600 π.Χ. μέχρι το 1970, πολλά από τα οποία φιλοξενούνται στην έκθεση, σε τέσσερις θεματικές ενότητες: α) της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής εποχής, β) της νεότερης Ελλάδας, γ) των λαϊκών πανηγυριών και δ) των παιχνιδιών που προετοίμαζαν τα παιδιά για την ενήλικη ζωή.
«Δούλεψα πολύ όλα αυτά τα χρόνια πάνω στα παιδικά παιχνίδια και σύντομα θα κυκλοφορήσει ένα βιβλίο με πλούσιο φωτογραφικό υλικό για τα παιχνίδια αυτά και την ιστορία τους», λέει, ενώ προσθέτει πως οι επισκέπτες της έκθεσης θα μπορούν σε έναν ειδικό χώρο-εργαστήριο με απλά, ανακυκλώσιμα υλικά να κατασκευάζουν τα δικά τους παιχνίδια και μετά να τα παίρνουν μαζί τους στο σπίτι ή στο σχολείο.
Τα παιχνίδια και το πρόγραμμα
Θεατρικό δρώμενο από ηθοποιούς
Το Μουσείο Ελληνικού Παραδοσιακού Παιχνιδιού, που θα ανοίξει τις πύλες του σε 15-20 ημέρες, δεν θα είναι ένας απλός χώρος ξενάγησης. Στην αυλή θα υπάρχουν όλα τα παλιά παιχνίδια σε φυσικό μέγεθος για να μπορούν τα παιδιά να τα βλέπουν από κοντά και να παίζουν, ενώ στο εσωτερικό θα υπάρχουν δεκάδες παιχνίδια σε προθήκες με αναλυτικά στοιχεία της ιστορίας του καθενός. Σε μια διπλανή αίθουσα ερασιτέχνες ηθοποιοί από δραματικές σχολές της Θεσσαλονίκης θα συμμετέχουν σε ένα θεατρικό δρώμενο που έχει θέμα τα παιχνίδια, την ανακύκλωση, τον σεβασμό στα άτομα με ειδικές ανάγκες. Το Μουσείο Ελληνικού Παραδοσιακού Παιχνιδιού θα είναι ανοιχτό καθημερινά για τα σχολεία και τα Σαββατοκύριακα για μεμονωμένες επισκέψεις.
Πηγή: Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ




Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Παλιά παιχνίδια ζωντανεύουν

Μια πολύ ενδιαφέρουσα και νοσταλγική έκθεση με παλιά παιχνίδια φιλοξενείται στο Πολιτιστικό κέντρο του Δήμου Ν. Ιωνίας Μαγνησίας, η οποία δίνει σε μικρούς και μεγάλους την ευκαιρία να θυμηθούν ξεχωριστές στιγμές του παρελθόντος. Η έκθεση που θα διαρκέσει έως τις 24 Οκτωβρίου, διοργανώνεται από την Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση «Ιωνία» και το ΚΑΠΗ του Δήμου Ν. Ιωνίας σε συνεργασία με τα Κέντρα Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών του Δήμου Ν. Ιωνίας, το Τοπικό Μουσείο Μηλεών και το Σύλλογο Σοφαδιτών Ν. Μαγνησίας και δίνει την ευκαιρία, όχι μόνο στους μαθητές των σχολείων αλλά και στο ευρύτερο κοινό της πόλης, να γνωρίσουν και να ξαναθυμηθούν παιχνίδια και παραμύθια, γνωστά στην Ελλάδα από την αρχαιότητα, που παίζονται μέχρι και σήμερα.
Επίσης παρουσιάζονται παιχνίδια από διάφορα μέρη του κόσμου, όπως Ιαπωνία, Κίνα, Αφρική και Ινδία, καθώς και μαριονέτες φτιαγμένες από παιδιά που παρακολουθούν τα προγράμματα των ΚΔΑΠ του Δήμου Ν. Ιωνίας. Παράλληλα εκτίθεται υλικό από το Κέντρο έρευνας της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, φωτογραφικό υλικό από το Μουσείο Μπενάκη, καθώς και από την συλλέκτρια παιχνιδιών Μαρία Αργυριάδη.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν, παράλληλα, τα αυθεντικά παραδοσιακά παιχνίδια τα οποία ανήκουν στην συλλογή του ΚΑΠΗ του Δήμου Ν. Ιωνίας Μαγνησίας και είναι δημιουργίες μελών του ΚΑΠΗ. Κουρέλια, ζυμάρι, πηλός, καλάμια, μαλλί ξαναζωντάνεψαν με τη βοήθεια της φαντασίας των δημιουργών καθώς τα ώριμά τους χέρια έφτιαξαν τη σβούρα, τη σφεντόνα, την τσιλίκα και το τσιλικάκι, το τενεκεδένιο τηλέφωνο, τα πεντόβολα, τις πάνινες κούκλες και πολλά ακόμη. Το ίδιο ενδιαφέρον έχουν για τους επισκέπτες οι αναπαραστάσεις ομαδικών παιχνιδιών του προηγούμενου αιώνα, που εκθέτει ο Σύλλογος Σοφαδιτών Ν. Μαγνησίας από τον τόπο καταγωγής του. Παρουσιάζονται ακόμη πολλά παιχνίδια με σκίτσα και οδηγίες για το πώς παίζονταν. (όλα αυτά αποτελούν το περιεχόμενο μικρού εντύπου που κυκλοφόρησε παλιότερα με τη μορφή ημερολογίου, που ο σύλλογος εκδίδει, εδώ και δέκα χρόνια, με διαφορετικό θέμα κάθε φορά.). Αξια αναφοράς είναι και τα παραμύθια του ίδιου συλλόγου. Πρόκειται για μια συλλογή παραμυθιών που πήρε «σάρκα και οστά» με πρωτοβουλία του Συλλόγου. Η προκήρυξη διαγωνισμού, με τίτλο: «Όπως τ’ άκουσα από τη γιαγιά μου» που απευθύνονταν σε παιδιά από την περιοχή των Σοφάδων, απέδωσε καρπούς οι οποίοι καταγράφηκαν σε καλαίσθητο χειροποίητο βιβλίο που κουβαλάει όλη τη μαγεία των παιδικών μας χρόνων.
Όλη η έκθεση αποτελεί ένα πραγματικό πανόραμα της παιδικής ξενοιασιάς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, γιατί παράλληλα με τα εκθέματα στο χώρο της έκθεσης υλοποιούνται και δρώμενα, όπου συμμετέχουν μέλη του ΚΑΠΗ και παιδιά που παρακολουθούν τα προγράμματα των ΚΔΑΠ του Δήμου Ν. Ιωνίας. Έτσι οι ηλικιωμένοι ξαναζούν στιγμές της παιδικής τους ηλικίας, περιγράφοντας με τρυφερότητα, συγκίνηση και νοσταλγία στα παιδιά τη σβούρα, το τσέρκι, τη σφεντόνα, τα πεντόβολα και πιασμένοι χέρι- χέρι όλοι σε κύκλο, μοιράζονται στιγμές χαράς και συναισθήματα που συνθέτουν μια μοναδική εμπειρία για όλους.
Πηγή: Εφημερίδα Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ-ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΦΩΤΩΝ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ – ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΟΦΩΤΑ
Ο Χειμώνας που σε διάφορα µέρη τοu Πόντου λέγεται ο Χειµός ή Χειµωγκός περιλαμβάνει τους μήνες Δεκέµβριο = Χριστιαννάρτς, Ι α ν ο υ ά ρ ι ο=Κ α λ α ν τ ά ρ τ ς , Φεβρουάριο = Κούντουρο. Στον Πόντο ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς, σταματούσαν οι εξωτερικές δουλειές, γύριζαν οι ξενιτεμένοι. Τα βράδια συνήθως τα περνούσαν σε σπίτια, κάνοντας τα νυχτέρια ή βεγγέρες, που στον Πόντο λεγόντουσαν Παρακάθια.
Μα πιο πολύ περίμεναν τα Καλαντόφωτα για να κάνουν τα διάφορα μυστήρια, βαφτίσια, αρραβώνες, γάµους και άλλες γιορτές, γιατί τότε ήταν όλοι µαζεμένοι στο χωριό και ερχόντουσαν οι ξενιτεμένοι.  Καλαντόφωτα  οι πρόγονοι µας έλεγαν τις γιορτές από τα Χριστούγεννα μέχρι την ημέρα των Φώτων, ή και Δωδεκαήμερο.  Με μεγάλη χαρά θα ετοιμαζόντουσαν να δεχτούν τη γέννηση του Θεανθρώπου. Την Παραμονή των Χριστουγέννων σταματούσαν κάθε εξωτερική δουλειά και θα συμπλήρωναν τις ετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή.
Τη µέρα αυτή θα έβαζαν στο τζάκι το Χριστό κουρ', που ήταν αλλού από µηλιά αλλού από αχλαδιά, αυτό ήταν ένα κούτσουρο κοµµένο ειδικά για τα Χριστούγεννα και θα άναβε στο τζάκι συνέχεια και τις τρεις µέρες των Χριστουγέννων, που τις έλεγαν, τα Χριστουήµερα.  Την Παραμονή το απόγευμα τα παιδιά θα έλεγαν τα κάλαντα και οι νοικοκύρηδες θα τα φίλευαν µε διάφορα καλούδια (δώρα).  Τα χαράματα θα χτύπαγε η καμπάνα και θα πήγαιναν όλοι στην εκκλησία.  Η απόλυση γινότανε µε την ανατολή του ήλιου και η ημέρα ήταν αφιερωμένη στους ανθρώπους του σπιτιού, στην οικογένεια.
Όσο για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, στον Πόντο και μάλιστα στην Αργυρούπολη και στα περίχωρα της, αλλά και αλλού, από την Παραμονή των Χριστουγέννων κρεμούσαν στο εικονοστάσι σταυρωτά κλαδιά φουντουκιάς ή καρυδιάς ή µόνο καρπούς. Αλλού το δέντρο ήταν από πεύκο ή έλατο και το στόλιζαν εκτός από νωπούς καρπούς και µε κλαδάκια ελιάς στα φύλλα της οποίας σφήνωναν«λεφτοκάρια» = φουντούκια. Αλλού έβαζαν «τσιµσίρ» = πυξάρι.
Και ερχόταν ο Ιανουάριος =  Καλαντάρτς, θα έκαναν πάλι τις ίδιες ετοιμασίες, όπως την Παραμονή των Χριστουγέννων. Στο τζάκι τώρα θα έβαζαν ένα κούτσουρο, ειδικά κομµένο γι' αυτή τη µέρα, που το έλεγαν το Καλαντοκούρ' που ήταν ή από μηλιά ή αχλαδιά (ανάλογα µε το χωριό).  

Τ ο Γ ε ν ά ρ η  γ ι ν ό ν τ ο υ σ α ν οι περισσότεροι γάµοι, γιατί τότε γύριζαν οι νέοι από την ξενιτιά και παράγγελναν στις αγαπημένες τους να τους περιμένουν,
Καλαντάρτς και νέον' έτος / κόρ' θα παίρωσε οφέτος.
Και τώρα όπως και τα Χριστούγεννα τα παιδιά θα γύριζαν στα σπίτια και θα έλεγαν τα κάλαντα. (Τα κάλαντα τα έλεγαν και οι μεγάλοι, αλλά τα έσοδα τα έδιναν για τη λειτουργία των Σχολείων).  Σε μερικά χωριά την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά καβαλώντας κλαδιά από μηλιά, έμπαιναν θριαμβευτικά στο σπίτι φωνάζοντας:
«Χριστούγεννα και κάλαντα  και Φώτα και καλός καιρός και καλοχρονία και καλοκαρπία και να ζουν ο πατέρας και η μητέρα και όλοι οι σπιτιανοί» και ο νοικοκύρης τους έδινε φιλοδώρημα.
Αλλού ευχόντουσαν στο νοικοκύρη να αποκτήσει αρσενικά παιδιά και θηλυκά μοσχάρια.
Στην Τραπεζούντα τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα κρατώντας πολύχρωμα φ α ν ά ρ ι α , τ α συμβολικά χαρτοκάραβα και έψελναν
 «Αρχήµηνιά, κι αρχή χρονιά, κι αρχή καλός µας χρόνος».
Σε άλλα µέρη την Παραµονή της Πρωτοχρονιάς ο αρχηγός της οικογένειας, άντρας ή γυναίκα «εκαλαντίαζεν τ' οσπίτ'»  σκορπίζοντας δηλαδή διάφορους καρπούς µέσα στο σπίτι και λέγοντας
«Άµον το ρούζ'νε αούτα τα καλά,  αετσ' πα να ρούζ'νε απές΄ σ΄οσπίτ΄ ν΄εµουν τ΄ευλοϊας και  τα καλοσύνας».
Επίσης γυναίκες πήγαιναν δώρα στη βρύση του χωριού ή στο ποτάµι για να πάρουν  το καλαντόνερο.  Πήγαιναν και γύριζαν αµίλητες και µε αυτό ράντιζαν το σπίτι και έπιναν και λίγο, για να έρθει η ευλογία στο σπίτι . Την παραµονή το βράδυ της Πρωτοχρονιάς στα σπίτια ήταν συγκεντρωµένα όλα τα µέλη της οικογένειας ή και συγγενικά ή και φιλικά πρόσωπα. Το τραπέζι το έστρωνε η νύφη, κι αν δεν υπήρχε,  η πρωτοκόρη και ο αρχηγός της οικογένειας έδινε φιλοδώρημα.

Το καλαντόνερον
Καλαντόνερον ονομαζόταν το πρώτο νερό που έπαιρναν τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς από την βρύση, την πηγή ή το πηγάδι από όπου προμηθεύονταν το πόσιμο νερό. Της λήψης του καλαντόνερου προηγούνταν το καλαντίασμαν της βρύσης. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα τοποθετούσαν κοντά ‘ς σο πεγάδ’  (βρύση) διάφορα δώρα όπως ξηρούς καρπούς (λεφτοκάρα, καρύδα, σύκα) στάρι, γλυκά, μήλα, κυδώνια, κ.λ.π. λέγοντας την ευχή: Κάλαντα και καλός καιρός, πάντα και του χρόνου. Αυτός που έπαιρνε το νερό, μέχρι να το πάει στο σπίτι δεν κοιτούσε πίσω του ούτε μιλούσε σε κανέναν. Έπινε όλη η οικογένεια από λίγο και ράντιζαν το σπίτι, την αυλή, τις αποθήκες, τα ζώα, τα χωράφια κ.λ.π.
Τα μεσάνυχτα ο αρχηγός της οικογένειας έπαιρνε καρύδια, αλλού φουντούκια και ρίχνοντας στις τέσσερις γωνίες του σπιτιού έλεγε: «Ευτυχισμένο το Νέο Έτος!  Εδέβεν η κακοχρονία και έρθεν η καλοχρονία».  Στη συνέχεια έκοβε την πίτα που είχε µέσα ένα νόµισµα, αφού τη σταύρωνε τρεις φορές µε το μαχαίρι,  το πρώτο κοµµάτι το αφιέρωνε στον πολιούχο Άγιο της ενορίας και το έβαζε στο εικονοστάσι.  Αλλού έλεγαν:  «Κάλαντα καλός καιρός, τα πάντα και του χρόνου».  Το τραπέζι μετά το δείπνο έπρεπε να μείνει «Γουρεµένον» δηλαδή στρωμένο «ίδια να έλθουν να τρων απ΄ εμάς καλλίον που είναι» δηλαδή οι μάγισσες για να µη βλάψουν το σπίτι. Σε άλλα μέρη έβαζαν στη στέγη του σπιτιού ένα δίσκο µε φαγητά για να φάνε οι «µάισσες» «οι απ' εμάς καλοί».
Την 1η Ιανουαρίου όπως και την 1η Σεπτεµβρίου δεν επιτρεπόταν σε κανένα η είσοδος στο σπίτι, προτού µπει ο παπάς για να κάνει αγιασμό.  Αυτές τις µέρες δεν έδιναν φωτιά έξω από το σπίτι, τα κορίτσια ψαλλίδιζαν τις άκρες των μαλλιών τους για να αυξηθούν περισσότερο. Ακόμη πίστευαν ότι την  Πρωτοχρονιά δεν έπρεπε κανείς να κλαίει, γιατί θα έκλαιγε όλη τη χρονιά.
 Ένα άλλο έθιμο, που ήταν πολύ αγαπητό στον Πόντο, συνδεδεμένο µε το Δωδεκαήµερο και ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά, ήταν «οι Μωµόγεροι» .Τα Μωµογέρια άρχιζαν την Πρωτοχρονιά και παρατείνονταν περιοδικώς µέχρι των Απόκρεω.

Στη διάρκεια του Δωδεκαηµέρου εκτός από τους Μωμόγερους εμφανίζονταν και τα Πιζήαλα δηλαδή οι καλικάτζαροι.
Τα πίζηλα (καλικάντζαροι)
Όπως σε όλα τα μέρη της Ελλάδας έτσι και στον Πόντο πίστευαν, ότι το Δωδεκαήμερο (Από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα) βγαίνουν τα πίζηλα (οι καλικάντζαροι) και ενοχλούν τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα ενοχλούσαν τα παιδιά και ιδίως τα αβάπτιστα, τις λεχώνες, τις νεόνυμφες και γενικά αδύναμα άτομα. Προκαλούσαν ζημιές στα πράγματα του σπιτιού, στα ζώα και στους αγρούς. Για να προστατευθούν απέφευγαν να κάνουν νυχτερινές δουλειές έξω από το σπίτι και να πετάξουν νερά έξω το βράδυ. Επίσης για να μην πλησιάζουν έλεγαν ψιθυριστά διάφορες προσευχές. Τα πίζηλα εξαφανίζονταν τα Φώτα με τον αγιασμό των υδάτων για να επιστρέψουν και πάλι τα Χριστούγεννα. Ανάλογα με την περιοχή ονομάζονται και πίζουλα, πίζελα και πιζήαλα.
Τα Φώτα ή Θεοφάνεια ήταν και είναι μια από τις πιο λαμπρές γιορτές της χριστιανοσύνης. Με τη γιορτή αυτή κλείνει το Δωδεκαήμερο. Έτσι στον Πόντο, όταν επρόκειτο να δηλώσουν κάποιοι γνωστά πράγματα, τους απαντούσαν.
"Σ' έμπαν είν' τα κάλαντα και σ' έξ' τα Φώτα", δηλ. στην είσοδο του Γενάρη είναι η Πρωτοχρονιά και στις έξι τα Θεοφάνεια.
Η λέξη Φώτα παράγεται από το ουσιαστικό φως και δηλώνει την γιορτή των Θεοφανείων. Η γενική τη Φωτός χρησιμοποιείται σαν επίρρημα και σημαίνει κατά την γιορτή των φώτων.
Στην Αμισό, Ινέπολη, Οινόη (Ούνγια), Σούρμενα λέγανε το Φώτισμα, στην Κερασούντα, Κοτύωρα (Ορντού), Σάντα, Τραπεζούντα, Χαλδία λέγανε το Φώτιγμαν και στη Χαλδία το Φώτιμαν.
Όλες οι λέξεις είχαν τις σημασίες: 1. λάμψη, 2. βάπτισμα, 3. αγιασμός με το νερό που αγιάσθηκε.
Η. λέξη "τα φώτα" σήμαινε τη βάφτιση του Χριστού, το φώτισμαν σήμαινε: 1. το φώτισμα και 2. το ράντισμα με αγιασμό και τα φωτίσα σήμαιναν τα βαφτίσια.
Στις 5 του Γενάρη παραμονή των φώτων γινόταν ο αγιασμός των υδάτων μόνο μέσα στην εκκλησία και πάνω σε μια εξέδρα στολισμένη με κλαδιά. Κατόπιν ο παπάς γυρνούσε στα σπίτια και τ' αγνίαζε με την αγιαστούρα του, ψάλλοντας το τροπάριο "Εν Ιορδάνη...", ενώ οι πιστοί έριχναν κέρματα "απές σο παρχάτσ'", που κρατούσε ένας μικρός, που συνόδευε τον παπά.
Στον Πόντο έλεγαν σχετικά ότι αυτή την μέρα στον Ιορδάνη ποταμό, άνοιξε ο ουρανός και το Άγιο Φως κατέβηκε σαν πουλί πάνω από το Χριστό:
"Σον Ιορδανοπόταμον ο ουρανόν ενοί(γ)εν
Και τ' Αεφώς άμον πουλίν σον Χριστόν εκατήβεν"
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα των ποντιακών Φώτων ήταν το μνημόσυνο των νεκρών που γινόταν την Παραμονή της γιορτής των Θεοφανίων.
Σε κάθε σπίτι άναβαν τόσα κεριά, όσα ήταν τα μέλη της οικογένειας που είχαν εκδημήσει, και ένα για εκείνον το ξένο που δεν είχε κανέναν σ' αυτόν τον κόσμο. Για να μην ξεχνούν οι νεότεροι το χρέος τους στους παλιότερους, έγκαιρα τους μάθαιναν ένα τετράστιχο με τις βασικές επιθυμίες των τεθνεώτων:
Τα Φώτα θέλω το κερί μ'
και Των Ψυχών κοκκία (κόλυβα)
και την Μεγάλ' Παρασκευήν
έναν μαντήλιν δάκρυα!
Τα Θεοφάνεια με τον μεγάλο αγιασμό ράντιζαν τα σπαρτά. Στη Σάντα, που την αποτελούσαν επτά ενορίες γι' αυτό και ονομαζόταν και «Επτάκοσμος» τα Θεοφάνια, η πρωτότοκος κόρη ζύμωνε την «Αλυκόν πίταν» από καλαμποκίσιο αλεύρι, κομμάτια της οποίας οι ανύπαντρες έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι για να δουν ποιον θα παντρευτούν.
Τα ήθη αυτά και τα έθιμα των Ελλήνων του  Π ό ν τ ο υ , τ α παρατήρησαν και τα μελέτησαν πολλοί επιστήμονες, αποδεικνύοντας έτσι τη συνέχεια της παράδοσης από τα παλιά χρόνια στο Βυζάντιο και από το Βυζάντιο στον Πόντο.  Οι Έλληνες του Πόντου διασκέδαζαν λοιπόν διατηρώντας τα πανάρχαια ήθη και έθιμα των προγόνων µας,  που πίστευαν ότι « Β ί ο ς ανεόρταστος, µακρά οδός απανδόκευτος» Δηλαδή ζωή χωρίς γιορτές είναι μεγάλος δρόμος χωρίς πανδοχείο.

Επιμέλεια: Χωραφαϊδης Αβραάμ
Το καλαντόνερον
Καλαντόνερον ονομαζόταν το πρώτο νερό που έπαιρναν τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς από την βρύση, την πηγή ή το πηγάδι από όπου προμηθεύονταν το πόσιμο νερό. Της λήψης του καλαντόνερου προηγούνταν το καλαντίασμαν της βρύσης. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα τοποθετούσαν κοντά ‘ς σο πεγάδ’  (βρύση) διάφορα δώρα όπως ξηρούς καρπούς (λεφτοκάρα, καρύδα, σύκα) στάρι, γλυκά, μήλα, κυδώνια, κ.λ.π. λέγοντας την ευχή: Κάλαντα και καλός καιρός, πάντα και του χρόνου. Αυτός που έπαιρνε το νερό, μέχρι να το πάει στο σπίτι δεν κοιτούσε πίσω του ούτε μιλούσε σε κανέναν. Έπινε όλη η οικογένεια από λίγο και ράντιζαν το σπίτι, την αυλή, τις αποθήκες, τα ζώα, τα χωράφια κ.λ.π.
                                                                                                    
Τα πίζηλα (καλικάντζαροι) 
Όπως σε όλα τα μέρη της Ελλάδας έτσι και στον Πόντο πίστευαν, ότι το δωδεκαήμερο (Από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα) βγαίνουν τα πίζηλα (οι καλικάντζαροι) και ενοχλούν τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα ενοχλούσαν τα παιδιά και ιδίως τα αβάπτιστα, τις λεχώνες, τις νεόνυμφες και γενικά αδύναμα άτομα. Προκαλούσαν ζημιές στα πράγματα του σπιτιού, στα ζώα και στους αγρούς. Για να προστατευθούν απέφευγαν να κάνουν νυχτερινές δουλειές έξω από το σπίτι και να πετάξουν νερά έξω το βράδυ. Επίσης για να μην πλησιάζουν έλεγαν ψιθυριστά διάφορες προσευχές. Τα πίζηλα εξαφανίζονταν τα Φώτα με τον αγιασμό των υδάτων για να επιστρέψουν και πάλι τα Χριστούγεννα.
Ανάλογα με την περιοχή ονομάζονται και πίζουλα, πίζελα και πιζήαλα.
                                                                                                    
Ο κουκαράς
koukaras.jpgΤον κουκαρά κατασκεύαζαν οι γυναίκες κρυφά από τα παιδιά τους. Αυτός αποτελούνταν από ένα μεγάλο κρεμμύδι πάνω στο οποίο κάρφωναν σε ημικύκλιο εφτά φτερά από κότα ή κόκορα (όσες οι εβδομάδες της νηστείας). Χωρίς να γίνουν αντιληπτές από τα παιδιά τον κρεμούσαν από το ταβάνι. Το κρέμασμα γινόταν την Καθαρά Δευτέρα πολύ νωρίς. Έτσι όταν ξυπνούσαν τα παιδιά αντίκριζαν τον κουκαρά να κρέμεται από το ταβάνι και να κουνιέται. Αν δεν συμμορφώνονταν με το κράτημα της νηστείας τα φοβέριζαν ότι θα τα φάει ο κουκαράς. Με τρόπο φυσούσαν τον κουκαρά που καθώς κουνιόταν και περιστρέφονταν προκαλούσε τον φόβο. Κάθε εβδομάδα που περνούσε αφαιρούσαν και ένα φτερό μέχρι να τελειώσουν όλα με το τελείωμα της νηστείας.

Ο φοβερός κουκαράς
 

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Χελιδονίσματα

Λέγονται  στο μεσοσαράκοστο στη γιορτή του Σταυρού ή την Πρωτομαρτιά με την ευκαιρία του ερχομού της Άνοιξης. Τα παιδιά κατασκεύαζαν ομοιώματα χελιδονιών ή φλάμπουρα που τα στόλιζαν με λουλούδια όπως συνέβαινε στην Πορταριά. Το πιο γνωστό που τραγουδιέται στην περιοχή είναι:

Ήρθε, ήρθε χελιδόνα
ήρθε κι άλλη μελιδόνα,
κάθισε και λάλησε
και γλυκά κελάδησε.
Μάρτη, Μάρτη μου καλέ,
και Φλεβάρη φοβερέ
κι να φλεβίσεις, κι να τσινήσεις,
καλοκαίρι θα μυρίσεις
κι αν χιονίσεις, κι αν κακίσεις,
πάλιν άνοιξη θ’ ανθίσεις.
Θάλασσαν επέρασα, τη στεριάν δεν ξέχασα
κύματα κι αν έσχισα, έσπειρα, κονόμησα.
Έφυγα κι άφησα σύκα και σταυρόν και θυμωνίτσα.
Κι ήρθα τώρα, κι ηύρα φύτρα,
κι ηύρα χόρτα, σπαρτά, βλήτρα,
βλήτρα, βλήτρα, φύτρα, φύτρα.


Ειδικά στην Πορταριά τραγουδιέται από τα παιδιά που κρατούσαν φλάμπουρο το:


Χεροπλί, χεροπλί
χαιρετίσματα Σταυρέ
ψάλλω ’δω, ψάλλω ’κει
και χαρά στουν Αποστόλη.
Χελιδόνα πέρασε
απ’ τη Μαύρη Θάλασσα
πέρασε και λάλησε
και περδικολάλησε.
Πέντε αυγά σαρακοστά,
να σαρακοστέψουμε,
πέντε ‘γω, πέντε ‘συ
κι άλλα πέντε το παπί.
Έχω δάσκαλο καλό
και δασκάλισσα κακιά
που με λούζει, με χτενίζει
κι απ’ τη σκάλα με γκρεμίζει.

Κυρα - Σαρακοστή

Η κυρά Σαρακοστή ήταν μια γυναίκα, που είχε εφτά πόδια, φορούσε φούστα και δεν είχε στόμα. Τα εφτά πόδια συμβόλιζαν τις εφτά βδομάδες που έμεναν από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την Κυριακή του Πάσχα. Η κυρά Σαρακοστή δεν είχε στόμα γιατί εκείνες τις μέρες δεν αρταίνονταν οι άνθρωποι (όπως σήμερα που τρώνε κρέας μέχρι την Μεγάλη εβδομάδα). Επίσης είχε σταυρωμένα τα χέρια της για να δείξει πως αυτές τις μέρες προσεύχονται. Στο χωριό μας την έφτιαχναν με ζυμάρι. Στο ζυμάρι χρησιμοποιούσαν αλεύρι, αλάτι και νερό, το έπλαθαν και το έβαζαν στο φούρνο να ψηθεί. Μετά την ζωγράφιζαν με διάφορα χρώματα. Στο σχολείο μας την φτιάξαμε και ήταν μια όμορφη εμπειρία που θα τη λέμε και αργότερα στα παιδιά μας γιατί αυτή είναι η παράδοσή μας.

Φωτεινή Καραχάλιου,  Αθανασία Βαρώτα, Ιωάννα Χατζηγούλα, Χριστίνα Ιμπράνη