Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλικάντζαροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλικάντζαροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ-ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΦΩΤΩΝ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ – ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΟΦΩΤΑ
Ο Χειμώνας που σε διάφορα µέρη τοu Πόντου λέγεται ο Χειµός ή Χειµωγκός περιλαμβάνει τους μήνες Δεκέµβριο = Χριστιαννάρτς, Ι α ν ο υ ά ρ ι ο=Κ α λ α ν τ ά ρ τ ς , Φεβρουάριο = Κούντουρο. Στον Πόντο ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς, σταματούσαν οι εξωτερικές δουλειές, γύριζαν οι ξενιτεμένοι. Τα βράδια συνήθως τα περνούσαν σε σπίτια, κάνοντας τα νυχτέρια ή βεγγέρες, που στον Πόντο λεγόντουσαν Παρακάθια.
Μα πιο πολύ περίμεναν τα Καλαντόφωτα για να κάνουν τα διάφορα μυστήρια, βαφτίσια, αρραβώνες, γάµους και άλλες γιορτές, γιατί τότε ήταν όλοι µαζεμένοι στο χωριό και ερχόντουσαν οι ξενιτεμένοι.  Καλαντόφωτα  οι πρόγονοι µας έλεγαν τις γιορτές από τα Χριστούγεννα μέχρι την ημέρα των Φώτων, ή και Δωδεκαήμερο.  Με μεγάλη χαρά θα ετοιμαζόντουσαν να δεχτούν τη γέννηση του Θεανθρώπου. Την Παραμονή των Χριστουγέννων σταματούσαν κάθε εξωτερική δουλειά και θα συμπλήρωναν τις ετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή.
Τη µέρα αυτή θα έβαζαν στο τζάκι το Χριστό κουρ', που ήταν αλλού από µηλιά αλλού από αχλαδιά, αυτό ήταν ένα κούτσουρο κοµµένο ειδικά για τα Χριστούγεννα και θα άναβε στο τζάκι συνέχεια και τις τρεις µέρες των Χριστουγέννων, που τις έλεγαν, τα Χριστουήµερα.  Την Παραμονή το απόγευμα τα παιδιά θα έλεγαν τα κάλαντα και οι νοικοκύρηδες θα τα φίλευαν µε διάφορα καλούδια (δώρα).  Τα χαράματα θα χτύπαγε η καμπάνα και θα πήγαιναν όλοι στην εκκλησία.  Η απόλυση γινότανε µε την ανατολή του ήλιου και η ημέρα ήταν αφιερωμένη στους ανθρώπους του σπιτιού, στην οικογένεια.
Όσο για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, στον Πόντο και μάλιστα στην Αργυρούπολη και στα περίχωρα της, αλλά και αλλού, από την Παραμονή των Χριστουγέννων κρεμούσαν στο εικονοστάσι σταυρωτά κλαδιά φουντουκιάς ή καρυδιάς ή µόνο καρπούς. Αλλού το δέντρο ήταν από πεύκο ή έλατο και το στόλιζαν εκτός από νωπούς καρπούς και µε κλαδάκια ελιάς στα φύλλα της οποίας σφήνωναν«λεφτοκάρια» = φουντούκια. Αλλού έβαζαν «τσιµσίρ» = πυξάρι.
Και ερχόταν ο Ιανουάριος =  Καλαντάρτς, θα έκαναν πάλι τις ίδιες ετοιμασίες, όπως την Παραμονή των Χριστουγέννων. Στο τζάκι τώρα θα έβαζαν ένα κούτσουρο, ειδικά κομµένο γι' αυτή τη µέρα, που το έλεγαν το Καλαντοκούρ' που ήταν ή από μηλιά ή αχλαδιά (ανάλογα µε το χωριό).  

Τ ο Γ ε ν ά ρ η  γ ι ν ό ν τ ο υ σ α ν οι περισσότεροι γάµοι, γιατί τότε γύριζαν οι νέοι από την ξενιτιά και παράγγελναν στις αγαπημένες τους να τους περιμένουν,
Καλαντάρτς και νέον' έτος / κόρ' θα παίρωσε οφέτος.
Και τώρα όπως και τα Χριστούγεννα τα παιδιά θα γύριζαν στα σπίτια και θα έλεγαν τα κάλαντα. (Τα κάλαντα τα έλεγαν και οι μεγάλοι, αλλά τα έσοδα τα έδιναν για τη λειτουργία των Σχολείων).  Σε μερικά χωριά την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά καβαλώντας κλαδιά από μηλιά, έμπαιναν θριαμβευτικά στο σπίτι φωνάζοντας:
«Χριστούγεννα και κάλαντα  και Φώτα και καλός καιρός και καλοχρονία και καλοκαρπία και να ζουν ο πατέρας και η μητέρα και όλοι οι σπιτιανοί» και ο νοικοκύρης τους έδινε φιλοδώρημα.
Αλλού ευχόντουσαν στο νοικοκύρη να αποκτήσει αρσενικά παιδιά και θηλυκά μοσχάρια.
Στην Τραπεζούντα τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα κρατώντας πολύχρωμα φ α ν ά ρ ι α , τ α συμβολικά χαρτοκάραβα και έψελναν
 «Αρχήµηνιά, κι αρχή χρονιά, κι αρχή καλός µας χρόνος».
Σε άλλα µέρη την Παραµονή της Πρωτοχρονιάς ο αρχηγός της οικογένειας, άντρας ή γυναίκα «εκαλαντίαζεν τ' οσπίτ'»  σκορπίζοντας δηλαδή διάφορους καρπούς µέσα στο σπίτι και λέγοντας
«Άµον το ρούζ'νε αούτα τα καλά,  αετσ' πα να ρούζ'νε απές΄ σ΄οσπίτ΄ ν΄εµουν τ΄ευλοϊας και  τα καλοσύνας».
Επίσης γυναίκες πήγαιναν δώρα στη βρύση του χωριού ή στο ποτάµι για να πάρουν  το καλαντόνερο.  Πήγαιναν και γύριζαν αµίλητες και µε αυτό ράντιζαν το σπίτι και έπιναν και λίγο, για να έρθει η ευλογία στο σπίτι . Την παραµονή το βράδυ της Πρωτοχρονιάς στα σπίτια ήταν συγκεντρωµένα όλα τα µέλη της οικογένειας ή και συγγενικά ή και φιλικά πρόσωπα. Το τραπέζι το έστρωνε η νύφη, κι αν δεν υπήρχε,  η πρωτοκόρη και ο αρχηγός της οικογένειας έδινε φιλοδώρημα.

Το καλαντόνερον
Καλαντόνερον ονομαζόταν το πρώτο νερό που έπαιρναν τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς από την βρύση, την πηγή ή το πηγάδι από όπου προμηθεύονταν το πόσιμο νερό. Της λήψης του καλαντόνερου προηγούνταν το καλαντίασμαν της βρύσης. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα τοποθετούσαν κοντά ‘ς σο πεγάδ’  (βρύση) διάφορα δώρα όπως ξηρούς καρπούς (λεφτοκάρα, καρύδα, σύκα) στάρι, γλυκά, μήλα, κυδώνια, κ.λ.π. λέγοντας την ευχή: Κάλαντα και καλός καιρός, πάντα και του χρόνου. Αυτός που έπαιρνε το νερό, μέχρι να το πάει στο σπίτι δεν κοιτούσε πίσω του ούτε μιλούσε σε κανέναν. Έπινε όλη η οικογένεια από λίγο και ράντιζαν το σπίτι, την αυλή, τις αποθήκες, τα ζώα, τα χωράφια κ.λ.π.
Τα μεσάνυχτα ο αρχηγός της οικογένειας έπαιρνε καρύδια, αλλού φουντούκια και ρίχνοντας στις τέσσερις γωνίες του σπιτιού έλεγε: «Ευτυχισμένο το Νέο Έτος!  Εδέβεν η κακοχρονία και έρθεν η καλοχρονία».  Στη συνέχεια έκοβε την πίτα που είχε µέσα ένα νόµισµα, αφού τη σταύρωνε τρεις φορές µε το μαχαίρι,  το πρώτο κοµµάτι το αφιέρωνε στον πολιούχο Άγιο της ενορίας και το έβαζε στο εικονοστάσι.  Αλλού έλεγαν:  «Κάλαντα καλός καιρός, τα πάντα και του χρόνου».  Το τραπέζι μετά το δείπνο έπρεπε να μείνει «Γουρεµένον» δηλαδή στρωμένο «ίδια να έλθουν να τρων απ΄ εμάς καλλίον που είναι» δηλαδή οι μάγισσες για να µη βλάψουν το σπίτι. Σε άλλα μέρη έβαζαν στη στέγη του σπιτιού ένα δίσκο µε φαγητά για να φάνε οι «µάισσες» «οι απ' εμάς καλοί».
Την 1η Ιανουαρίου όπως και την 1η Σεπτεµβρίου δεν επιτρεπόταν σε κανένα η είσοδος στο σπίτι, προτού µπει ο παπάς για να κάνει αγιασμό.  Αυτές τις µέρες δεν έδιναν φωτιά έξω από το σπίτι, τα κορίτσια ψαλλίδιζαν τις άκρες των μαλλιών τους για να αυξηθούν περισσότερο. Ακόμη πίστευαν ότι την  Πρωτοχρονιά δεν έπρεπε κανείς να κλαίει, γιατί θα έκλαιγε όλη τη χρονιά.
 Ένα άλλο έθιμο, που ήταν πολύ αγαπητό στον Πόντο, συνδεδεμένο µε το Δωδεκαήµερο και ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά, ήταν «οι Μωµόγεροι» .Τα Μωµογέρια άρχιζαν την Πρωτοχρονιά και παρατείνονταν περιοδικώς µέχρι των Απόκρεω.

Στη διάρκεια του Δωδεκαηµέρου εκτός από τους Μωμόγερους εμφανίζονταν και τα Πιζήαλα δηλαδή οι καλικάτζαροι.
Τα πίζηλα (καλικάντζαροι)
Όπως σε όλα τα μέρη της Ελλάδας έτσι και στον Πόντο πίστευαν, ότι το Δωδεκαήμερο (Από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα) βγαίνουν τα πίζηλα (οι καλικάντζαροι) και ενοχλούν τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα ενοχλούσαν τα παιδιά και ιδίως τα αβάπτιστα, τις λεχώνες, τις νεόνυμφες και γενικά αδύναμα άτομα. Προκαλούσαν ζημιές στα πράγματα του σπιτιού, στα ζώα και στους αγρούς. Για να προστατευθούν απέφευγαν να κάνουν νυχτερινές δουλειές έξω από το σπίτι και να πετάξουν νερά έξω το βράδυ. Επίσης για να μην πλησιάζουν έλεγαν ψιθυριστά διάφορες προσευχές. Τα πίζηλα εξαφανίζονταν τα Φώτα με τον αγιασμό των υδάτων για να επιστρέψουν και πάλι τα Χριστούγεννα. Ανάλογα με την περιοχή ονομάζονται και πίζουλα, πίζελα και πιζήαλα.
Τα Φώτα ή Θεοφάνεια ήταν και είναι μια από τις πιο λαμπρές γιορτές της χριστιανοσύνης. Με τη γιορτή αυτή κλείνει το Δωδεκαήμερο. Έτσι στον Πόντο, όταν επρόκειτο να δηλώσουν κάποιοι γνωστά πράγματα, τους απαντούσαν.
"Σ' έμπαν είν' τα κάλαντα και σ' έξ' τα Φώτα", δηλ. στην είσοδο του Γενάρη είναι η Πρωτοχρονιά και στις έξι τα Θεοφάνεια.
Η λέξη Φώτα παράγεται από το ουσιαστικό φως και δηλώνει την γιορτή των Θεοφανείων. Η γενική τη Φωτός χρησιμοποιείται σαν επίρρημα και σημαίνει κατά την γιορτή των φώτων.
Στην Αμισό, Ινέπολη, Οινόη (Ούνγια), Σούρμενα λέγανε το Φώτισμα, στην Κερασούντα, Κοτύωρα (Ορντού), Σάντα, Τραπεζούντα, Χαλδία λέγανε το Φώτιγμαν και στη Χαλδία το Φώτιμαν.
Όλες οι λέξεις είχαν τις σημασίες: 1. λάμψη, 2. βάπτισμα, 3. αγιασμός με το νερό που αγιάσθηκε.
Η. λέξη "τα φώτα" σήμαινε τη βάφτιση του Χριστού, το φώτισμαν σήμαινε: 1. το φώτισμα και 2. το ράντισμα με αγιασμό και τα φωτίσα σήμαιναν τα βαφτίσια.
Στις 5 του Γενάρη παραμονή των φώτων γινόταν ο αγιασμός των υδάτων μόνο μέσα στην εκκλησία και πάνω σε μια εξέδρα στολισμένη με κλαδιά. Κατόπιν ο παπάς γυρνούσε στα σπίτια και τ' αγνίαζε με την αγιαστούρα του, ψάλλοντας το τροπάριο "Εν Ιορδάνη...", ενώ οι πιστοί έριχναν κέρματα "απές σο παρχάτσ'", που κρατούσε ένας μικρός, που συνόδευε τον παπά.
Στον Πόντο έλεγαν σχετικά ότι αυτή την μέρα στον Ιορδάνη ποταμό, άνοιξε ο ουρανός και το Άγιο Φως κατέβηκε σαν πουλί πάνω από το Χριστό:
"Σον Ιορδανοπόταμον ο ουρανόν ενοί(γ)εν
Και τ' Αεφώς άμον πουλίν σον Χριστόν εκατήβεν"
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα των ποντιακών Φώτων ήταν το μνημόσυνο των νεκρών που γινόταν την Παραμονή της γιορτής των Θεοφανίων.
Σε κάθε σπίτι άναβαν τόσα κεριά, όσα ήταν τα μέλη της οικογένειας που είχαν εκδημήσει, και ένα για εκείνον το ξένο που δεν είχε κανέναν σ' αυτόν τον κόσμο. Για να μην ξεχνούν οι νεότεροι το χρέος τους στους παλιότερους, έγκαιρα τους μάθαιναν ένα τετράστιχο με τις βασικές επιθυμίες των τεθνεώτων:
Τα Φώτα θέλω το κερί μ'
και Των Ψυχών κοκκία (κόλυβα)
και την Μεγάλ' Παρασκευήν
έναν μαντήλιν δάκρυα!
Τα Θεοφάνεια με τον μεγάλο αγιασμό ράντιζαν τα σπαρτά. Στη Σάντα, που την αποτελούσαν επτά ενορίες γι' αυτό και ονομαζόταν και «Επτάκοσμος» τα Θεοφάνια, η πρωτότοκος κόρη ζύμωνε την «Αλυκόν πίταν» από καλαμποκίσιο αλεύρι, κομμάτια της οποίας οι ανύπαντρες έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι για να δουν ποιον θα παντρευτούν.
Τα ήθη αυτά και τα έθιμα των Ελλήνων του  Π ό ν τ ο υ , τ α παρατήρησαν και τα μελέτησαν πολλοί επιστήμονες, αποδεικνύοντας έτσι τη συνέχεια της παράδοσης από τα παλιά χρόνια στο Βυζάντιο και από το Βυζάντιο στον Πόντο.  Οι Έλληνες του Πόντου διασκέδαζαν λοιπόν διατηρώντας τα πανάρχαια ήθη και έθιμα των προγόνων µας,  που πίστευαν ότι « Β ί ο ς ανεόρταστος, µακρά οδός απανδόκευτος» Δηλαδή ζωή χωρίς γιορτές είναι μεγάλος δρόμος χωρίς πανδοχείο.

Επιμέλεια: Χωραφαϊδης Αβραάμ
Το καλαντόνερον
Καλαντόνερον ονομαζόταν το πρώτο νερό που έπαιρναν τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς από την βρύση, την πηγή ή το πηγάδι από όπου προμηθεύονταν το πόσιμο νερό. Της λήψης του καλαντόνερου προηγούνταν το καλαντίασμαν της βρύσης. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα τοποθετούσαν κοντά ‘ς σο πεγάδ’  (βρύση) διάφορα δώρα όπως ξηρούς καρπούς (λεφτοκάρα, καρύδα, σύκα) στάρι, γλυκά, μήλα, κυδώνια, κ.λ.π. λέγοντας την ευχή: Κάλαντα και καλός καιρός, πάντα και του χρόνου. Αυτός που έπαιρνε το νερό, μέχρι να το πάει στο σπίτι δεν κοιτούσε πίσω του ούτε μιλούσε σε κανέναν. Έπινε όλη η οικογένεια από λίγο και ράντιζαν το σπίτι, την αυλή, τις αποθήκες, τα ζώα, τα χωράφια κ.λ.π.
                                                                                                    
Τα πίζηλα (καλικάντζαροι) 
Όπως σε όλα τα μέρη της Ελλάδας έτσι και στον Πόντο πίστευαν, ότι το δωδεκαήμερο (Από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα) βγαίνουν τα πίζηλα (οι καλικάντζαροι) και ενοχλούν τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα ενοχλούσαν τα παιδιά και ιδίως τα αβάπτιστα, τις λεχώνες, τις νεόνυμφες και γενικά αδύναμα άτομα. Προκαλούσαν ζημιές στα πράγματα του σπιτιού, στα ζώα και στους αγρούς. Για να προστατευθούν απέφευγαν να κάνουν νυχτερινές δουλειές έξω από το σπίτι και να πετάξουν νερά έξω το βράδυ. Επίσης για να μην πλησιάζουν έλεγαν ψιθυριστά διάφορες προσευχές. Τα πίζηλα εξαφανίζονταν τα Φώτα με τον αγιασμό των υδάτων για να επιστρέψουν και πάλι τα Χριστούγεννα.
Ανάλογα με την περιοχή ονομάζονται και πίζουλα, πίζελα και πιζήαλα.
                                                                                                    
Ο κουκαράς
koukaras.jpgΤον κουκαρά κατασκεύαζαν οι γυναίκες κρυφά από τα παιδιά τους. Αυτός αποτελούνταν από ένα μεγάλο κρεμμύδι πάνω στο οποίο κάρφωναν σε ημικύκλιο εφτά φτερά από κότα ή κόκορα (όσες οι εβδομάδες της νηστείας). Χωρίς να γίνουν αντιληπτές από τα παιδιά τον κρεμούσαν από το ταβάνι. Το κρέμασμα γινόταν την Καθαρά Δευτέρα πολύ νωρίς. Έτσι όταν ξυπνούσαν τα παιδιά αντίκριζαν τον κουκαρά να κρέμεται από το ταβάνι και να κουνιέται. Αν δεν συμμορφώνονταν με το κράτημα της νηστείας τα φοβέριζαν ότι θα τα φάει ο κουκαράς. Με τρόπο φυσούσαν τον κουκαρά που καθώς κουνιόταν και περιστρέφονταν προκαλούσε τον φόβο. Κάθε εβδομάδα που περνούσε αφαιρούσαν και ένα φτερό μέχρι να τελειώσουν όλα με το τελείωμα της νηστείας.

Ο φοβερός κουκαράς
 

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

Ξωτικά, παγανά και καλικάντζαροι

«Φεύγετε να φεύγομε γιατ’ έρχετ’ ο τουρλόπαπας
με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του…», 
είναι το άσμα που σύμφωνα με την Νεοελληνική μυθολογία τραγουδούν οι καλικάντζαροι όταν -παραμονή των Θεοφανίων- εγκαταλείπουν τη γη για να κατέβουν πάλι κάτω στα έγκατα της, να συνεχίσουν τη δουλειά που είχαν αφήσει στη μέση. Το πελέκημα του δέντρου (με τσεκούρια, με πριόνια ή και με τα δόντια τους), που κρατά όρθιο τον κόσμο. Υπάρχουν βέβαια κι άλλες εκδοχές τούτης της δοξασίας, όπως η παρακάτω:
 «Οι καρκάντσαλοι έχουν την κατοικία τους στον Αδη κι ροκανούν μι τα δόντια τους τα στύλια απού βαστούν τον ουρανό να μην πέσει κι πλακώσει τη γη. Κι ρουκανώντας, ρουκανώντας κουντεύουν να κόψουν τα στύλια. Τα φέρνουν ίσαμ’ αδράχτι απ’ γνέθουν οι γυναίκες μα τους πλακώνουν οι μέρις των Χριστουγέννων κι τ’ αφήνουν κι βγαίνουν στον κόσμο. Κι όσου να γυρίσουν πίσω, τα βρίσκουν όπους ήταν εξ αρχής, αφάγουτα».
  
Τα περίεργα αυτά γεννήματα της φαντασίας του ελληνικού λαού ήταν δαιμόνια που ανέβαιναν στην γη σε τακτά χρονικά διαστήματα, κυρίως στην διάρκεια του δωδεκαημέρου, μεταξύ της παραμονής των  Χριστουγέννων και της παραμονής των Θεοφανίων.
   Ο Νικόλαος Πολίτης υποστηρίζει ότι όλες οι δοξασίες σχετικά με τους καλικάντζαρους είναι ελληνικές (παραθέτοντας σημαντική επιχειρηματολογία που δεν είναι δυνατόν να μεταφερθεί εδώ λόγω χώρου) και προέρχονται από δεισιδαιμονίες και έθιμα που συνυφάνθηκαν με παλαιότερες μυθικές παραστάσεις. Λαϊκές δοξασίες για τα δαιμόνια του δωδεκαημέρου αναφέρει πρώτος ο Αλλάτιος τον 17ο αιώνα, ενώ έχουν διάφορα ονόματα με γνωστότερο και ευρύτερα διαδεδομένο το καλικάντζαρος, σε όλες τις παραλλαγές του: καλκάντζαρος, καλκαντζόνι, καλκάνι, καλικάντσιαρος, καρκάντζαλος, σκαλικάντζαρος, καρκάντζολος κ.λ.π. Αυτόν τον τελευταίο τύπο δανείστηκαν οι Αλβανοί σχηματίζοντας τη λέξη καρκαντζιόλι, οι Τούρκοι το καρά κοντζόλ και οι Βούλγαροι το κοροκοντζέρε και κερεκοντζούλ. Στα κοινά ονόματά τους ανήκουν και τα: παγανά, παρωρίτες, βουρβούλακες (που σημαίνει και τους βρυκόλακες), κωλοβελόνηδες (Αττική), πλανήταροι (Κύπρος), Τσιλικρωτά (Μάνη), καλιοντζήδες (Ζαγόρι) κ.ά.
   
 Ο Φαίδων Κουκουλές παραδέχεται εν μέρει την ερμηνεία του Νικόλαου Πολίτη και προσθέτει ότι οι καλικάντζαροι προήλθαν και από τους κανθάρους. Κάνθαροι ή καλικάντζαροι κατ' ευφημισμό ήταν βλαπτικά κολεόπτερα για τους αγρούς και για τ' αμπέλια. Ύστερα εμφανίστηκαν σαν δαιμόνια με μορφή κανθάρων. Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους οι μεταμφιεσμένοι και άλλα στοιχεία κυρίως παλαιά, προστέθηκαν και μεταπλάστηκαν στα σημερινά δαιμόνια τους καλικάντζαρους.
   Ο Κωνσταντίνος Ρωμαίος υποστήριξε την άποψη πως οι καλικάντζαροι προέρχονται από τις αρχαίες κήρες δηλ. τις ψυχές των νεκρών. Την ίδια άποψη ασπάστηκε και ο Γεώργιος Μέγας και ο  Γεώργιος Παπαχαραλάμπους.
   Ο Κυριάκος Χατζηϊωάννου εξέφρασε τη γνώμη ότι οι καλικάντζαροι παρουσιάζουν ομοιότητες με τους ελληνικούς Σατύρους και με τα αραβικά δαιμόνια τζιν . Στη συνέχεια υποστήριξε ότι οι καλικάντζαροι έχουν χαρακτηριστικά που για να ερμηνευθούν πρέπει να ανατρέξουμε στη γιορτή των αρχαίων Κρονίων και όχι των ρωμαϊκών Σατουρναλίων, όπως υποστήριξε ο Νικόλαος Πολίτης. Ακολούθως εισηγήθηκε την άποψη ότι οι μεταμφιέσεις του Δωδεκαημέρου είναι υπολείμματα των μεταμφιεσμένων κατά τις πομπές που γίνονταν προς τιμή του Θεού Διονύσου, των υπολοίπων Θεών και του αυτού Δαίμονα.
   
 Υπάρχουν κι άλλες απόψεις που θα μπορούσαμε να τις παραθέσουμε συγκεντρωτικά:
   Επειδή οι δώδεκα μέρες του Δωδεκαημέρου προστέθηκαν για να εναρμονιστεί ο σεληνιακός με τον ηλιακό χρόνο θεωρήθηκαν μέρες εμβόλιμες, μη κανονικές. Κατά το διάστημα αυτό επέρχεται μια αναστάτωση στην τροχιά του χρόνου. Σ' αυτή την αλλαγή παρουσιάζονται μυστηριώδη όντα ενοχλητικά ή βλαπτικά. Τέτοιοι είναι οι καλικάντζαροι που αντιπροσωπεύουν τους Δαίμονες της βλαστήσεως. Η βλάστηση αρχίζει να οργιάζει αυτή την εποχή. Σε τέτοια ανάστατη εποχή βρίσκουν ευκαιρία και οι Νεκρικοί Δαίμονες (που σχετίζονται με τους Βλαστικούς Δαίμονες, να επιφαίνονται πάνω στη γη. Εμφανίζονται δηλαδή οι νεκρικές ψυχές σαν Δαίμονες.
   Κοινό γνώρισμα των καλικαντζάρων είναι η δυσμορφία τους, τα μακριά αχτένιστα μαλλιά, τα κόκκινα μάτια, τα καπρόδοντα, τα μακριά νύχια, τα γαϊδουρινά πόδια. Πολλές φορές ήταν κουτσοί, άλλοτε ήταν κουτσός μόνον ο αρχηγός τους. Όπως δε πιστεύεται ανήκαν στα «πονηρά» πνεύματα. Αντίθετα, ο Θάνος Βελλούδιος  στην μελέτη του εμφανίζει και μία κατηγορία «καλών πνευμάτων» τις «Καλοκυράδες» και τους «Χρυσαφέντες», που ο Ν.Γ. Πολίτης υποστηρίζει ότι ήταν ονομασίες που δίδονταν κατ’ ευφημισμόν. Είναι ντυμένοι με κουρέλια και σιδεροπάπουτσα, αλλά βασικά στοιχεία της ένδυσής τους ήταν επίσης η σκούφια ή κατσούλα, φτιαγμένη από γουρουνότριχες «ως πίλος οξυκόρυμβος» και η καπότα, η οποία θυμίζει «τους δασείς χιτώνας των Σιληνών». Κατά κανόνα πάντως οι καλικάντζαροι δεν έκαναν μεγάλο κακό στους ανθρώπους, όσο κι αν τους «σταύρωναν» και τους πείραζαν.
   Καλικάντζαροι γίνονταν τα παιδιά που τύχαινε να γεννηθούν την ημέρα των Χριστουγέννων, ή κατ’ άλλους σε όλη την διάρκεια του δωδεκαήμερου και το παιδί γλίτωνε μόνον αν βαπτιζόταν αυθημερόν και ο παπάς δεν έκανε κανένα λάθος κατά την διάρκεια του μυστηρίου.
  
Στην περίοδο του δωδεκαημέρου συναντώνται έθιμα χριστιανικά και ειδωλολατρικά μαζί, τα οποία συμπορεύονται με αφετηρία την τροπή του ήλιου (21 Δεκεμβρίου). Έτσι οι καλικάντζαροι δείχνουν να είναι απόγονοι των μεταμφιεσμένων του Δωδεκαημέρου στο Βυζάντιο, έθιμο που περνάει σε πολλά μέρη της Μακεδονίας με τις τελετές του Αράπη, τα Μωμοέρια, τα Μπουμπουσάρια κ.ά. αλλά και τα Καστοριανά Ρογκατσάρια (που ο Λουκάτος θεωρεί πιθανόν το όνομα να είναι παραφθορά του Λυκοκαντζάρια - Καλικαντζάρια) καθώς επίσης και των νεκρικών δαιμόνων, συμβολίζοντας τους αρχαίους Κήρες ή Νεκυδαίμονες, που την περίοδο αυτή του χειμώνα και των τροπών του ήλιου ανέβαιναν στη γη. Κατά τον Πολίτη οι μεταμφιεσμένοι του Δωδεκαημέρου «παρέσχον το ενδόσιμον εις την φαντασίαν του λαού» για να πλάσει τους καλικαντζάρους, καταλήγοντας ότι η δοξασία «περί επιφοιτήσεως αυτών εις την γην μόνον κατά το δωδεκαήμερον θα ήτο ακατανόητος εάν δεν ανεφέρετο εις τους εορταστάς του Δωδεκαημέρου».
Ο Ν.Γ. Πολίτης παρατηρεί ότι τα σωματικά ελαττώματα των καλικαντζάρων «υπενθυμίζουσι τας διαστρόφους μορφάς των Καβειρίων δαιμόνων και των άλλων πλασμάτων των κατά τόπους διονυσιακών λατρειών». Ο ίδιος αναφέρει ότι έδειξε σε απλούς χωρικούς εικόνες δύο πήλινων ειδωλίων που βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο και «ομοφώνως μοι είπον ότι παριστώσι καλλικαντζάρους».
 Οι μακρινές μνήμες από τις παραδόσεις αιώνων, αναγνωρίζονται στη Νεοελληνική μυθολογία. Οι καλικάντζαροι π.χ. τρώνε ακαθαρσίες («φίδια, γουστέρες κι άλλα μαγαρισμένα πράματα») και μαγαρίζουν την τροφή των ανθρώπων, όπως ακριβώς οι Άρπυιες που άρπαζαν την τροφή του Φινέα, «ολίγα δε, όσα οσμής ανάπλεα κατέλιπον, ώστε μη δύνασθαι προσενέγκασθαι» (Απολλόδωρος).
Υπήρχε επίσης η δοξασία ότι, αν μιλήσεις σε καλικάντζαρο, αυτός μπορούσε να σου πάρει τη λαλιά. Μια δοξασία με παμπάλαιες ρίζες. Ο βυζαντινός Τιμαρίων αναφέρει δαίμονες οι οποίοι «Δυνάμει τινί λαθραία πεδούντες την λαλιάν», ενώ οι αρχαίοι έπαυαν να μιλούν όταν πλησίαζαν σε τάφους.Τρεις τρόπους απομάκρυνσης των καλικαντζάρων αναφέρει η παράδοση. Χριστιανικές ιεροτελεστίες, επωδές και μαγικές πράξεις. Από το χριστιανικό οπλοστάσιο, σημαντική είναι η δύναμη του σταυρού, που τον σημείωναν στα οικιακά σκεύη, τα πιθάρια με το λάδι και το κρασί, τα αγγεία με το πόσιμο νερό και ενίοτε στα μέτωπα των παιδιών και φυσικά το οριστικό διώξιμό τους με τον αγιασμό της Πρωτάγιασης (Παραμονής των Θεοφανίων).

        Από τις επωδές προτιμότερο ήταν το «Πάτερ ημών», ή η φράση «Ξύλα, κούτσουρα, δαυλιά καμένα», επειδή όλα τα δαιμονικά πλάσματα τρέμουν τη φωτιά. Φράση που είχε μεταπέσει σε παροιμία από τα τέλη κι όλας του 19ου αιώνα και χρησιμοποιούνταν (όπως αναφέρει ο Λουκάτος), «επί των παντελώς αχρήστων πραγμάτων ή επί μωρών και ασυναρτήτων λόγων».
Για τις μαγικές πράξεις, η φωτιά ήταν απαραίτητη. Το τζάκι που δεν επιτρεπόταν να σβήσει κατά την διάρκεια του Δωδεκαήμερου και τα δυο μεγάλα κούτσουρα, τα «Χριστόξυλα», ένα από ήμερη ελιά κι ένα από πουρνάρι, που θα έκαιγαν συνεχώς. Ο χαμοηλιός (Carlinia Graeca), ένα αγκαθωτό ενδημικό φυτό θεωρείται ότι φυλάει το σπίτι, αλλά και ολόκληρο το χωριό λειτουργώντας αποτρεπτικά («Χαμοηλιός μυρίζει εδώ/Να χαθεί τέτοιο χωριό!») καθώς και ο απήγανος (Ruta Montana) τον οποίον καίνε και σταυρώνουν τα πορτοπαράθυρα και τα μέτωπα των αβάπτιστων παιδιών. Δραστικό ήταν επίσης το κάπνισμα με δύσοσμες ουσίες, ακόμα και παλιά τσαρούχια. 
 Τρόπος άμυνας ήταν κι η τοποθέτηση ενός κόσκινου στα σημεία από τα οποία θα μπορούσαν να μπουν οι καλικάντζαροι. «…Ετσι ο σκαλικάντσαρος, σα μπαίνει για να κάμει κακό στο σπίτι και γλέπει το κόσκινο, αρχινάει να μετράει τσι τρούπες του, μα μετρώντας τες ξημερώνεται και λαλώντας ο πρώτος κόκορης, ο σκαλικάντσαρος τσακίζεται να φύγει…»
Αυτά για τους καλικάντζαρους και τη νεοελληνική μυθολογία. Μένει ν’ αναρωτιόμαστε μόνο καμιά φορά, αν στον αιώνα του Διαδικτύου και των McDonald’s αξίζει τον κόπο να μιλάμε για καλικαντζάρους. Όπως και να ‘χει όμως το πράγμα, εσείς φροντίστε να βάλετε κόσκινο στην καμινάδα, ώστε οι καλικάντζαροι που θα θελήσουν να σας επισκεφθούν να απορροφηθούν μέχρι το λάλημα του πρώτου πετεινού στην προσπάθειά τους να μετρήσουν του κόσκινου τις τρύπες κι έτσι να μην σας κατουρήσουν τη φωτιά, να μην σας μαγαρίσουν τις τροφές και τα μελομακάρονα, να μην αναστατώσουν το σπίτι απ’ άκρου εις άκρον.
Αλέξης Γκλαβάς

Βιβλιογραφία: 
Βελούδιος Θάνος: Αερικά, ξωτικά και καλικάντζαροι (Ιδιωτική έκδοση χωρίς ημερομηνία)
Λουκάτος Δημήτρης: Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών (εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1984)
Λουκάτος Δημήτρης: Συμπληρωματικά των Χριστουγέννων και της Άνοιξης (εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1985)
Πολίτης Νικόλαος: Παραδόσεις του ελληνικού λαού Α’ & Β’ (εκδ. Γράμματα, Αθήνα 1994), στον Β’ τόμο του οποίου υπάρχει πληθώρα σχολίων και τα επιχειρήματά του περί ελληνικότητας των καλικαντζάρων

Οι εικόνες είναι του Θάνου Βελούδιου