Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ήθη κι Έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ήθη κι Έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014
Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013
Αποκριάτικα λεγόμενα κια δρώμενα
Η περίοδος της Αποκριάς χαρακτηρίζεται από μια ποικιλομορφία δρώμενων,
με ιδιαίτερα στοχεία ανάλογα με την περιοχή. Ήθη κι έθιμα, διατροφικές
συνήθειες, μουσική και στίχοι μπλέκονται σ΄ ένα ιδιαίτερο γαϊτανάκι που
ενσωματώνει την παράδοση του τόπου, την μορφολογία του, κάθετι που
σηματοδοτεί τον χώρο και τον χρόνο.
Στην Πορταριά η αποκριάτικη παράδοση μας πηγαίνει αρκετά χρόνια πίσω
όταν ακόμη το χωριό άρχιζε να διαμορφώνει την παρουσία του στην νεώτερη
ιστορία της πατρίδας μας. Λεγόμενα και δρώμενα, συνήθειες φτάσανε ως τις
μέρες μας. Κάποιες από αυτές θέλουμε να αναβιώσουμε με τη συνεργασία
του Συλλόγου Γονέων αλλά με τη συμμετοχή των μαθητών.
Ετικέτες
Αποκριά,
Ήθη κι Έθιμα
Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010
Ημερολόγιο από τους μαθητές της Στ' τάξης με θέματα από την τοπική ιστορία του Πηλίου
Το Ημερολόγιο του 2011 που επιμελήθηκε η Στ τάξη είναι αφιερωμένο στην τοπική ιστορία του Πηλίου. Μια σειρά από στιγμές που ξεκινούν από την μυθολογία κια φτάνουν ως τη νεώτερη ιστορία, ήθη κι έθιμα, πρόσωπα, δραστηριότητες της αγροτικής ζωής, αρχιτεκτονήματα συμπληρώνουν μια πρώτη προσέγγιση ενός πολύτιμου θησαυρού που οι μαθητές συγκέντρωσαν κατά την έρευνά τους. Παράλληλα εικονογράφησαν τα θέματα δίνοντας και την εικαστική τους άποψη.
Ετικέτες
Ήθη κι Έθιμα,
Λαϊκή παράδοση,
Τοπική Ιστορία
Πέμπτη 15 Απριλίου 2010
ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ-ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΦΩΤΩΝ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ
ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ – ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΟΦΩΤΑ
Ο Χειμώνας που σε διάφορα µέρη τοu Πόντου λέγεται ο Χειµός ή Χειµωγκός περιλαμβάνει τους μήνες Δεκέµβριο = Χριστιαννάρτς, Ι α ν ο υ ά ρ ι ο=Κ α λ α ν τ ά ρ τ ς , Φεβρουάριο = Κούντουρο. Στον Πόντο ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς, σταματούσαν οι εξωτερικές δουλειές, γύριζαν οι ξενιτεμένοι. Τα βράδια συνήθως τα περνούσαν σε σπίτια, κάνοντας τα νυχτέρια ή βεγγέρες, που στον Πόντο λεγόντουσαν Παρακάθια.
Μα πιο πολύ περίμεναν τα Καλαντόφωτα για να κάνουν τα διάφορα μυστήρια, βαφτίσια, αρραβώνες, γάµους και άλλες γιορτές, γιατί τότε ήταν όλοι µαζεμένοι στο χωριό και ερχόντουσαν οι ξενιτεμένοι. Καλαντόφωτα οι πρόγονοι µας έλεγαν τις γιορτές από τα Χριστούγεννα μέχρι την ημέρα των Φώτων, ή και Δωδεκαήμερο. Με μεγάλη χαρά θα ετοιμαζόντουσαν να δεχτούν τη γέννηση του Θεανθρώπου. Την Παραμονή των Χριστουγέννων σταματούσαν κάθε εξωτερική δουλειά και θα συμπλήρωναν τις ετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή.
Τη µέρα αυτή θα έβαζαν στο τζάκι το Χριστό κουρ', που ήταν αλλού από µηλιά αλλού από αχλαδιά, αυτό ήταν ένα κούτσουρο κοµµένο ειδικά για τα Χριστούγεννα και θα άναβε στο τζάκι συνέχεια και τις τρεις µέρες των Χριστουγέννων, που τις έλεγαν, τα Χριστουήµερα. Την Παραμονή το απόγευμα τα παιδιά θα έλεγαν τα κάλαντα και οι νοικοκύρηδες θα τα φίλευαν µε διάφορα καλούδια (δώρα). Τα χαράματα θα χτύπαγε η καμπάνα και θα πήγαιναν όλοι στην εκκλησία. Η απόλυση γινότανε µε την ανατολή του ήλιου και η ημέρα ήταν αφιερωμένη στους ανθρώπους του σπιτιού, στην οικογένεια.
Όσο για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, στον Πόντο και μάλιστα στην Αργυρούπολη και στα περίχωρα της, αλλά και αλλού, από την Παραμονή των Χριστουγέννων κρεμούσαν στο εικονοστάσι σταυρωτά κλαδιά φουντουκιάς ή καρυδιάς ή µόνο καρπούς. Αλλού το δέντρο ήταν από πεύκο ή έλατο και το στόλιζαν εκτός από νωπούς καρπούς και µε κλαδάκια ελιάς στα φύλλα της οποίας σφήνωναν«λεφτοκάρια» = φουντούκια. Αλλού έβαζαν «τσιµσίρ» = πυξάρι.
Και ερχόταν ο Ιανουάριος = Καλαντάρτς, θα έκαναν πάλι τις ίδιες ετοιμασίες, όπως την Παραμονή των Χριστουγέννων. Στο τζάκι τώρα θα έβαζαν ένα κούτσουρο, ειδικά κομµένο γι' αυτή τη µέρα, που το έλεγαν το Καλαντοκούρ' που ήταν ή από μηλιά ή αχλαδιά (ανάλογα µε το χωριό).
Τ ο Γ ε ν ά ρ η γ ι ν ό ν τ ο υ σ α ν οι περισσότεροι γάµοι, γιατί τότε γύριζαν οι νέοι από την ξενιτιά και παράγγελναν στις αγαπημένες τους να τους περιμένουν,
Καλαντάρτς και νέον' έτος / κόρ' θα παίρωσε οφέτος.
Και τώρα όπως και τα Χριστούγεννα τα παιδιά θα γύριζαν στα σπίτια και θα έλεγαν τα κάλαντα. (Τα κάλαντα τα έλεγαν και οι μεγάλοι, αλλά τα έσοδα τα έδιναν για τη λειτουργία των Σχολείων). Σε μερικά χωριά την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά καβαλώντας κλαδιά από μηλιά, έμπαιναν θριαμβευτικά στο σπίτι φωνάζοντας:
«Χριστούγεννα και κάλαντα και Φώτα και καλός καιρός και καλοχρονία και καλοκαρπία και να ζουν ο πατέρας και η μητέρα και όλοι οι σπιτιανοί» και ο νοικοκύρης τους έδινε φιλοδώρημα.
Αλλού ευχόντουσαν στο νοικοκύρη να αποκτήσει αρσενικά παιδιά και θηλυκά μοσχάρια.
Στην Τραπεζούντα τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα κρατώντας πολύχρωμα φ α ν ά ρ ι α , τ α συμβολικά χαρτοκάραβα και έψελναν
«Αρχήµηνιά, κι αρχή χρονιά, κι αρχή καλός µας χρόνος».
Σε άλλα µέρη την Παραµονή της Πρωτοχρονιάς ο αρχηγός της οικογένειας, άντρας ή γυναίκα «εκαλαντίαζεν τ' οσπίτ'» σκορπίζοντας δηλαδή διάφορους καρπούς µέσα στο σπίτι και λέγοντας
«Άµον το ρούζ'νε αούτα τα καλά, αετσ' πα να ρούζ'νε απές΄ σ΄οσπίτ΄ ν΄εµουν τ΄ευλοϊας και τα καλοσύνας».
Επίσης γυναίκες πήγαιναν δώρα στη βρύση του χωριού ή στο ποτάµι για να πάρουν το καλαντόνερο. Πήγαιναν και γύριζαν αµίλητες και µε αυτό ράντιζαν το σπίτι και έπιναν και λίγο, για να έρθει η ευλογία στο σπίτι . Την παραµονή το βράδυ της Πρωτοχρονιάς στα σπίτια ήταν συγκεντρωµένα όλα τα µέλη της οικογένειας ή και συγγενικά ή και φιλικά πρόσωπα. Το τραπέζι το έστρωνε η νύφη, κι αν δεν υπήρχε, η πρωτοκόρη και ο αρχηγός της οικογένειας έδινε φιλοδώρημα.
Το καλαντόνερον
Καλαντόνερον ονομαζόταν το πρώτο νερό που έπαιρναν τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς από την βρύση, την πηγή ή το πηγάδι από όπου προμηθεύονταν το πόσιμο νερό. Της λήψης του καλαντόνερου προηγούνταν το καλαντίασμαν της βρύσης. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα τοποθετούσαν κοντά ‘ς σο πεγάδ’ (βρύση) διάφορα δώρα όπως ξηρούς καρπούς (λεφτοκάρα, καρύδα, σύκα) στάρι, γλυκά, μήλα, κυδώνια, κ.λ.π. λέγοντας την ευχή: Κάλαντα και καλός καιρός, πάντα και του χρόνου. Αυτός που έπαιρνε το νερό, μέχρι να το πάει στο σπίτι δεν κοιτούσε πίσω του ούτε μιλούσε σε κανέναν. Έπινε όλη η οικογένεια από λίγο και ράντιζαν το σπίτι, την αυλή, τις αποθήκες, τα ζώα, τα χωράφια κ.λ.π.
Τα μεσάνυχτα ο αρχηγός της οικογένειας έπαιρνε καρύδια, αλλού φουντούκια και ρίχνοντας στις τέσσερις γωνίες του σπιτιού έλεγε: «Ευτυχισμένο το Νέο Έτος! Εδέβεν η κακοχρονία και έρθεν η καλοχρονία». Στη συνέχεια έκοβε την πίτα που είχε µέσα ένα νόµισµα, αφού τη σταύρωνε τρεις φορές µε το μαχαίρι, το πρώτο κοµµάτι το αφιέρωνε στον πολιούχο Άγιο της ενορίας και το έβαζε στο εικονοστάσι. Αλλού έλεγαν: «Κάλαντα καλός καιρός, τα πάντα και του χρόνου». Το τραπέζι μετά το δείπνο έπρεπε να μείνει «Γουρεµένον» δηλαδή στρωμένο «ίδια να έλθουν να τρων απ΄ εμάς καλλίον που είναι» δηλαδή οι μάγισσες για να µη βλάψουν το σπίτι. Σε άλλα μέρη έβαζαν στη στέγη του σπιτιού ένα δίσκο µε φαγητά για να φάνε οι «µάισσες» «οι απ' εμάς καλοί».
Την 1η Ιανουαρίου όπως και την 1η Σεπτεµβρίου δεν επιτρεπόταν σε κανένα η είσοδος στο σπίτι, προτού µπει ο παπάς για να κάνει αγιασμό. Αυτές τις µέρες δεν έδιναν φωτιά έξω από το σπίτι, τα κορίτσια ψαλλίδιζαν τις άκρες των μαλλιών τους για να αυξηθούν περισσότερο. Ακόμη πίστευαν ότι την Πρωτοχρονιά δεν έπρεπε κανείς να κλαίει, γιατί θα έκλαιγε όλη τη χρονιά.
Ένα άλλο έθιμο, που ήταν πολύ αγαπητό στον Πόντο, συνδεδεμένο µε το Δωδεκαήµερο και ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά, ήταν «οι Μωµόγεροι» .Τα Μωµογέρια άρχιζαν την Πρωτοχρονιά και παρατείνονταν περιοδικώς µέχρι των Απόκρεω.
Στη διάρκεια του Δωδεκαηµέρου εκτός από τους Μωμόγερους εμφανίζονταν και τα Πιζήαλα δηλαδή οι καλικάτζαροι.
Τα πίζηλα (καλικάντζαροι)
Όπως σε όλα τα μέρη της Ελλάδας έτσι και στον Πόντο πίστευαν, ότι το Δωδεκαήμερο (Από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα) βγαίνουν τα πίζηλα (οι καλικάντζαροι) και ενοχλούν τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα ενοχλούσαν τα παιδιά και ιδίως τα αβάπτιστα, τις λεχώνες, τις νεόνυμφες και γενικά αδύναμα άτομα. Προκαλούσαν ζημιές στα πράγματα του σπιτιού, στα ζώα και στους αγρούς. Για να προστατευθούν απέφευγαν να κάνουν νυχτερινές δουλειές έξω από το σπίτι και να πετάξουν νερά έξω το βράδυ. Επίσης για να μην πλησιάζουν έλεγαν ψιθυριστά διάφορες προσευχές. Τα πίζηλα εξαφανίζονταν τα Φώτα με τον αγιασμό των υδάτων για να επιστρέψουν και πάλι τα Χριστούγεννα. Ανάλογα με την περιοχή ονομάζονται και πίζουλα, πίζελα και πιζήαλα.
Τα Φώτα ή Θεοφάνεια ήταν και είναι μια από τις πιο λαμπρές γιορτές της χριστιανοσύνης. Με τη γιορτή αυτή κλείνει το Δωδεκαήμερο. Έτσι στον Πόντο, όταν επρόκειτο να δηλώσουν κάποιοι γνωστά πράγματα, τους απαντούσαν.
"Σ' έμπαν είν' τα κάλαντα και σ' έξ' τα Φώτα", δηλ. στην είσοδο του Γενάρη είναι η Πρωτοχρονιά και στις έξι τα Θεοφάνεια.
Η λέξη Φώτα παράγεται από το ουσιαστικό φως και δηλώνει την γιορτή των Θεοφανείων. Η γενική τη Φωτός χρησιμοποιείται σαν επίρρημα και σημαίνει κατά την γιορτή των φώτων.
Στην Αμισό, Ινέπολη, Οινόη (Ούνγια), Σούρμενα λέγανε το Φώτισμα, στην Κερασούντα, Κοτύωρα (Ορντού), Σάντα, Τραπεζούντα, Χαλδία λέγανε το Φώτιγμαν και στη Χαλδία το Φώτιμαν.
Όλες οι λέξεις είχαν τις σημασίες: 1. λάμψη, 2. βάπτισμα, 3. αγιασμός με το νερό που αγιάσθηκε.
Η. λέξη "τα φώτα" σήμαινε τη βάφτιση του Χριστού, το φώτισμαν σήμαινε: 1. το φώτισμα και 2. το ράντισμα με αγιασμό και τα φωτίσα σήμαιναν τα βαφτίσια.
Στις 5 του Γενάρη παραμονή των φώτων γινόταν ο αγιασμός των υδάτων μόνο μέσα στην εκκλησία και πάνω σε μια εξέδρα στολισμένη με κλαδιά. Κατόπιν ο παπάς γυρνούσε στα σπίτια και τ' αγνίαζε με την αγιαστούρα του, ψάλλοντας το τροπάριο "Εν Ιορδάνη...", ενώ οι πιστοί έριχναν κέρματα "απές σο παρχάτσ'", που κρατούσε ένας μικρός, που συνόδευε τον παπά.
Στον Πόντο έλεγαν σχετικά ότι αυτή την μέρα στον Ιορδάνη ποταμό, άνοιξε ο ουρανός και το Άγιο Φως κατέβηκε σαν πουλί πάνω από το Χριστό:
"Σον Ιορδανοπόταμον ο ουρανόν ενοί(γ)εν
Και τ' Αεφώς άμον πουλίν σον Χριστόν εκατήβεν"
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα των ποντιακών Φώτων ήταν το μνημόσυνο των νεκρών που γινόταν την Παραμονή της γιορτής των Θεοφανίων.
Σε κάθε σπίτι άναβαν τόσα κεριά, όσα ήταν τα μέλη της οικογένειας που είχαν εκδημήσει, και ένα για εκείνον το ξένο που δεν είχε κανέναν σ' αυτόν τον κόσμο. Για να μην ξεχνούν οι νεότεροι το χρέος τους στους παλιότερους, έγκαιρα τους μάθαιναν ένα τετράστιχο με τις βασικές επιθυμίες των τεθνεώτων:
Τα Φώτα θέλω το κερί μ'
και Των Ψυχών κοκκία (κόλυβα)
και την Μεγάλ' Παρασκευήν
έναν μαντήλιν δάκρυα!
Τα Θεοφάνεια με τον μεγάλο αγιασμό ράντιζαν τα σπαρτά. Στη Σάντα, που την αποτελούσαν επτά ενορίες γι' αυτό και ονομαζόταν και «Επτάκοσμος» τα Θεοφάνια, η πρωτότοκος κόρη ζύμωνε την «Αλυκόν πίταν» από καλαμποκίσιο αλεύρι, κομμάτια της οποίας οι ανύπαντρες έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι για να δουν ποιον θα παντρευτούν.
Τα ήθη αυτά και τα έθιμα των Ελλήνων του Π ό ν τ ο υ , τ α παρατήρησαν και τα μελέτησαν πολλοί επιστήμονες, αποδεικνύοντας έτσι τη συνέχεια της παράδοσης από τα παλιά χρόνια στο Βυζάντιο και από το Βυζάντιο στον Πόντο. Οι Έλληνες του Πόντου διασκέδαζαν λοιπόν διατηρώντας τα πανάρχαια ήθη και έθιμα των προγόνων µας, που πίστευαν ότι « Β ί ο ς ανεόρταστος, µακρά οδός απανδόκευτος» Δηλαδή ζωή χωρίς γιορτές είναι μεγάλος δρόμος χωρίς πανδοχείο.
Επιμέλεια: Χωραφαϊδης Αβραάμ
Ο Χειμώνας που σε διάφορα µέρη τοu Πόντου λέγεται ο Χειµός ή Χειµωγκός περιλαμβάνει τους μήνες Δεκέµβριο = Χριστιαννάρτς, Ι α ν ο υ ά ρ ι ο=Κ α λ α ν τ ά ρ τ ς , Φεβρουάριο = Κούντουρο. Στον Πόντο ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς, σταματούσαν οι εξωτερικές δουλειές, γύριζαν οι ξενιτεμένοι. Τα βράδια συνήθως τα περνούσαν σε σπίτια, κάνοντας τα νυχτέρια ή βεγγέρες, που στον Πόντο λεγόντουσαν Παρακάθια.
Μα πιο πολύ περίμεναν τα Καλαντόφωτα για να κάνουν τα διάφορα μυστήρια, βαφτίσια, αρραβώνες, γάµους και άλλες γιορτές, γιατί τότε ήταν όλοι µαζεμένοι στο χωριό και ερχόντουσαν οι ξενιτεμένοι. Καλαντόφωτα οι πρόγονοι µας έλεγαν τις γιορτές από τα Χριστούγεννα μέχρι την ημέρα των Φώτων, ή και Δωδεκαήμερο. Με μεγάλη χαρά θα ετοιμαζόντουσαν να δεχτούν τη γέννηση του Θεανθρώπου. Την Παραμονή των Χριστουγέννων σταματούσαν κάθε εξωτερική δουλειά και θα συμπλήρωναν τις ετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή.
Τη µέρα αυτή θα έβαζαν στο τζάκι το Χριστό κουρ', που ήταν αλλού από µηλιά αλλού από αχλαδιά, αυτό ήταν ένα κούτσουρο κοµµένο ειδικά για τα Χριστούγεννα και θα άναβε στο τζάκι συνέχεια και τις τρεις µέρες των Χριστουγέννων, που τις έλεγαν, τα Χριστουήµερα. Την Παραμονή το απόγευμα τα παιδιά θα έλεγαν τα κάλαντα και οι νοικοκύρηδες θα τα φίλευαν µε διάφορα καλούδια (δώρα). Τα χαράματα θα χτύπαγε η καμπάνα και θα πήγαιναν όλοι στην εκκλησία. Η απόλυση γινότανε µε την ανατολή του ήλιου και η ημέρα ήταν αφιερωμένη στους ανθρώπους του σπιτιού, στην οικογένεια.
Όσο για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, στον Πόντο και μάλιστα στην Αργυρούπολη και στα περίχωρα της, αλλά και αλλού, από την Παραμονή των Χριστουγέννων κρεμούσαν στο εικονοστάσι σταυρωτά κλαδιά φουντουκιάς ή καρυδιάς ή µόνο καρπούς. Αλλού το δέντρο ήταν από πεύκο ή έλατο και το στόλιζαν εκτός από νωπούς καρπούς και µε κλαδάκια ελιάς στα φύλλα της οποίας σφήνωναν«λεφτοκάρια» = φουντούκια. Αλλού έβαζαν «τσιµσίρ» = πυξάρι.
Και ερχόταν ο Ιανουάριος = Καλαντάρτς, θα έκαναν πάλι τις ίδιες ετοιμασίες, όπως την Παραμονή των Χριστουγέννων. Στο τζάκι τώρα θα έβαζαν ένα κούτσουρο, ειδικά κομµένο γι' αυτή τη µέρα, που το έλεγαν το Καλαντοκούρ' που ήταν ή από μηλιά ή αχλαδιά (ανάλογα µε το χωριό).
Τ ο Γ ε ν ά ρ η γ ι ν ό ν τ ο υ σ α ν οι περισσότεροι γάµοι, γιατί τότε γύριζαν οι νέοι από την ξενιτιά και παράγγελναν στις αγαπημένες τους να τους περιμένουν,
Καλαντάρτς και νέον' έτος / κόρ' θα παίρωσε οφέτος.
Και τώρα όπως και τα Χριστούγεννα τα παιδιά θα γύριζαν στα σπίτια και θα έλεγαν τα κάλαντα. (Τα κάλαντα τα έλεγαν και οι μεγάλοι, αλλά τα έσοδα τα έδιναν για τη λειτουργία των Σχολείων). Σε μερικά χωριά την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά καβαλώντας κλαδιά από μηλιά, έμπαιναν θριαμβευτικά στο σπίτι φωνάζοντας:
«Χριστούγεννα και κάλαντα και Φώτα και καλός καιρός και καλοχρονία και καλοκαρπία και να ζουν ο πατέρας και η μητέρα και όλοι οι σπιτιανοί» και ο νοικοκύρης τους έδινε φιλοδώρημα.
Αλλού ευχόντουσαν στο νοικοκύρη να αποκτήσει αρσενικά παιδιά και θηλυκά μοσχάρια.
Στην Τραπεζούντα τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα κρατώντας πολύχρωμα φ α ν ά ρ ι α , τ α συμβολικά χαρτοκάραβα και έψελναν
«Αρχήµηνιά, κι αρχή χρονιά, κι αρχή καλός µας χρόνος».
Σε άλλα µέρη την Παραµονή της Πρωτοχρονιάς ο αρχηγός της οικογένειας, άντρας ή γυναίκα «εκαλαντίαζεν τ' οσπίτ'» σκορπίζοντας δηλαδή διάφορους καρπούς µέσα στο σπίτι και λέγοντας
«Άµον το ρούζ'νε αούτα τα καλά, αετσ' πα να ρούζ'νε απές΄ σ΄οσπίτ΄ ν΄εµουν τ΄ευλοϊας και τα καλοσύνας».
Επίσης γυναίκες πήγαιναν δώρα στη βρύση του χωριού ή στο ποτάµι για να πάρουν το καλαντόνερο. Πήγαιναν και γύριζαν αµίλητες και µε αυτό ράντιζαν το σπίτι και έπιναν και λίγο, για να έρθει η ευλογία στο σπίτι . Την παραµονή το βράδυ της Πρωτοχρονιάς στα σπίτια ήταν συγκεντρωµένα όλα τα µέλη της οικογένειας ή και συγγενικά ή και φιλικά πρόσωπα. Το τραπέζι το έστρωνε η νύφη, κι αν δεν υπήρχε, η πρωτοκόρη και ο αρχηγός της οικογένειας έδινε φιλοδώρημα.
Το καλαντόνερον
Καλαντόνερον ονομαζόταν το πρώτο νερό που έπαιρναν τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς από την βρύση, την πηγή ή το πηγάδι από όπου προμηθεύονταν το πόσιμο νερό. Της λήψης του καλαντόνερου προηγούνταν το καλαντίασμαν της βρύσης. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα τοποθετούσαν κοντά ‘ς σο πεγάδ’ (βρύση) διάφορα δώρα όπως ξηρούς καρπούς (λεφτοκάρα, καρύδα, σύκα) στάρι, γλυκά, μήλα, κυδώνια, κ.λ.π. λέγοντας την ευχή: Κάλαντα και καλός καιρός, πάντα και του χρόνου. Αυτός που έπαιρνε το νερό, μέχρι να το πάει στο σπίτι δεν κοιτούσε πίσω του ούτε μιλούσε σε κανέναν. Έπινε όλη η οικογένεια από λίγο και ράντιζαν το σπίτι, την αυλή, τις αποθήκες, τα ζώα, τα χωράφια κ.λ.π.
Τα μεσάνυχτα ο αρχηγός της οικογένειας έπαιρνε καρύδια, αλλού φουντούκια και ρίχνοντας στις τέσσερις γωνίες του σπιτιού έλεγε: «Ευτυχισμένο το Νέο Έτος! Εδέβεν η κακοχρονία και έρθεν η καλοχρονία». Στη συνέχεια έκοβε την πίτα που είχε µέσα ένα νόµισµα, αφού τη σταύρωνε τρεις φορές µε το μαχαίρι, το πρώτο κοµµάτι το αφιέρωνε στον πολιούχο Άγιο της ενορίας και το έβαζε στο εικονοστάσι. Αλλού έλεγαν: «Κάλαντα καλός καιρός, τα πάντα και του χρόνου». Το τραπέζι μετά το δείπνο έπρεπε να μείνει «Γουρεµένον» δηλαδή στρωμένο «ίδια να έλθουν να τρων απ΄ εμάς καλλίον που είναι» δηλαδή οι μάγισσες για να µη βλάψουν το σπίτι. Σε άλλα μέρη έβαζαν στη στέγη του σπιτιού ένα δίσκο µε φαγητά για να φάνε οι «µάισσες» «οι απ' εμάς καλοί».
Την 1η Ιανουαρίου όπως και την 1η Σεπτεµβρίου δεν επιτρεπόταν σε κανένα η είσοδος στο σπίτι, προτού µπει ο παπάς για να κάνει αγιασμό. Αυτές τις µέρες δεν έδιναν φωτιά έξω από το σπίτι, τα κορίτσια ψαλλίδιζαν τις άκρες των μαλλιών τους για να αυξηθούν περισσότερο. Ακόμη πίστευαν ότι την Πρωτοχρονιά δεν έπρεπε κανείς να κλαίει, γιατί θα έκλαιγε όλη τη χρονιά.
Ένα άλλο έθιμο, που ήταν πολύ αγαπητό στον Πόντο, συνδεδεμένο µε το Δωδεκαήµερο και ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά, ήταν «οι Μωµόγεροι» .Τα Μωµογέρια άρχιζαν την Πρωτοχρονιά και παρατείνονταν περιοδικώς µέχρι των Απόκρεω.
Στη διάρκεια του Δωδεκαηµέρου εκτός από τους Μωμόγερους εμφανίζονταν και τα Πιζήαλα δηλαδή οι καλικάτζαροι.
Τα πίζηλα (καλικάντζαροι)
Όπως σε όλα τα μέρη της Ελλάδας έτσι και στον Πόντο πίστευαν, ότι το Δωδεκαήμερο (Από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα) βγαίνουν τα πίζηλα (οι καλικάντζαροι) και ενοχλούν τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα ενοχλούσαν τα παιδιά και ιδίως τα αβάπτιστα, τις λεχώνες, τις νεόνυμφες και γενικά αδύναμα άτομα. Προκαλούσαν ζημιές στα πράγματα του σπιτιού, στα ζώα και στους αγρούς. Για να προστατευθούν απέφευγαν να κάνουν νυχτερινές δουλειές έξω από το σπίτι και να πετάξουν νερά έξω το βράδυ. Επίσης για να μην πλησιάζουν έλεγαν ψιθυριστά διάφορες προσευχές. Τα πίζηλα εξαφανίζονταν τα Φώτα με τον αγιασμό των υδάτων για να επιστρέψουν και πάλι τα Χριστούγεννα. Ανάλογα με την περιοχή ονομάζονται και πίζουλα, πίζελα και πιζήαλα.
Τα Φώτα ή Θεοφάνεια ήταν και είναι μια από τις πιο λαμπρές γιορτές της χριστιανοσύνης. Με τη γιορτή αυτή κλείνει το Δωδεκαήμερο. Έτσι στον Πόντο, όταν επρόκειτο να δηλώσουν κάποιοι γνωστά πράγματα, τους απαντούσαν.
"Σ' έμπαν είν' τα κάλαντα και σ' έξ' τα Φώτα", δηλ. στην είσοδο του Γενάρη είναι η Πρωτοχρονιά και στις έξι τα Θεοφάνεια.
Η λέξη Φώτα παράγεται από το ουσιαστικό φως και δηλώνει την γιορτή των Θεοφανείων. Η γενική τη Φωτός χρησιμοποιείται σαν επίρρημα και σημαίνει κατά την γιορτή των φώτων.
Στην Αμισό, Ινέπολη, Οινόη (Ούνγια), Σούρμενα λέγανε το Φώτισμα, στην Κερασούντα, Κοτύωρα (Ορντού), Σάντα, Τραπεζούντα, Χαλδία λέγανε το Φώτιγμαν και στη Χαλδία το Φώτιμαν.
Όλες οι λέξεις είχαν τις σημασίες: 1. λάμψη, 2. βάπτισμα, 3. αγιασμός με το νερό που αγιάσθηκε.
Η. λέξη "τα φώτα" σήμαινε τη βάφτιση του Χριστού, το φώτισμαν σήμαινε: 1. το φώτισμα και 2. το ράντισμα με αγιασμό και τα φωτίσα σήμαιναν τα βαφτίσια.
Στις 5 του Γενάρη παραμονή των φώτων γινόταν ο αγιασμός των υδάτων μόνο μέσα στην εκκλησία και πάνω σε μια εξέδρα στολισμένη με κλαδιά. Κατόπιν ο παπάς γυρνούσε στα σπίτια και τ' αγνίαζε με την αγιαστούρα του, ψάλλοντας το τροπάριο "Εν Ιορδάνη...", ενώ οι πιστοί έριχναν κέρματα "απές σο παρχάτσ'", που κρατούσε ένας μικρός, που συνόδευε τον παπά.
Στον Πόντο έλεγαν σχετικά ότι αυτή την μέρα στον Ιορδάνη ποταμό, άνοιξε ο ουρανός και το Άγιο Φως κατέβηκε σαν πουλί πάνω από το Χριστό:
"Σον Ιορδανοπόταμον ο ουρανόν ενοί(γ)εν
Και τ' Αεφώς άμον πουλίν σον Χριστόν εκατήβεν"
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα των ποντιακών Φώτων ήταν το μνημόσυνο των νεκρών που γινόταν την Παραμονή της γιορτής των Θεοφανίων.
Σε κάθε σπίτι άναβαν τόσα κεριά, όσα ήταν τα μέλη της οικογένειας που είχαν εκδημήσει, και ένα για εκείνον το ξένο που δεν είχε κανέναν σ' αυτόν τον κόσμο. Για να μην ξεχνούν οι νεότεροι το χρέος τους στους παλιότερους, έγκαιρα τους μάθαιναν ένα τετράστιχο με τις βασικές επιθυμίες των τεθνεώτων:
Τα Φώτα θέλω το κερί μ'
και Των Ψυχών κοκκία (κόλυβα)
και την Μεγάλ' Παρασκευήν
έναν μαντήλιν δάκρυα!
Τα Θεοφάνεια με τον μεγάλο αγιασμό ράντιζαν τα σπαρτά. Στη Σάντα, που την αποτελούσαν επτά ενορίες γι' αυτό και ονομαζόταν και «Επτάκοσμος» τα Θεοφάνια, η πρωτότοκος κόρη ζύμωνε την «Αλυκόν πίταν» από καλαμποκίσιο αλεύρι, κομμάτια της οποίας οι ανύπαντρες έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι για να δουν ποιον θα παντρευτούν.
Τα ήθη αυτά και τα έθιμα των Ελλήνων του Π ό ν τ ο υ , τ α παρατήρησαν και τα μελέτησαν πολλοί επιστήμονες, αποδεικνύοντας έτσι τη συνέχεια της παράδοσης από τα παλιά χρόνια στο Βυζάντιο και από το Βυζάντιο στον Πόντο. Οι Έλληνες του Πόντου διασκέδαζαν λοιπόν διατηρώντας τα πανάρχαια ήθη και έθιμα των προγόνων µας, που πίστευαν ότι « Β ί ο ς ανεόρταστος, µακρά οδός απανδόκευτος» Δηλαδή ζωή χωρίς γιορτές είναι μεγάλος δρόμος χωρίς πανδοχείο.
Επιμέλεια: Χωραφαϊδης Αβραάμ
Το καλαντόνερον
Τα πίζηλα (καλικάντζαροι)
Τον κουκαρά κατασκεύαζαν οι γυναίκες κρυφά από τα παιδιά τους. Αυτός αποτελούνταν από ένα μεγάλο κρεμμύδι πάνω στο οποίο κάρφωναν σε ημικύκλιο εφτά φτερά από κότα ή κόκορα (όσες οι εβδομάδες της νηστείας). Χωρίς να γίνουν αντιληπτές από τα παιδιά τον κρεμούσαν από το ταβάνι. Το κρέμασμα γινόταν την Καθαρά Δευτέρα πολύ νωρίς. Έτσι όταν ξυπνούσαν τα παιδιά αντίκριζαν τον κουκαρά να κρέμεται από το ταβάνι και να κουνιέται. Αν δεν συμμορφώνονταν με το κράτημα της νηστείας τα φοβέριζαν ότι θα τα φάει ο κουκαράς. Με τρόπο φυσούσαν τον κουκαρά που καθώς κουνιόταν και περιστρέφονταν προκαλούσε τον φόβο. Κάθε εβδομάδα που περνούσε αφαιρούσαν και ένα φτερό μέχρι να τελειώσουν όλα με το τελείωμα της νηστείας.
Ο φοβερός κουκαράς
Καλαντόνερον ονομαζόταν το πρώτο νερό που έπαιρναν τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς από την βρύση, την πηγή ή το πηγάδι από όπου προμηθεύονταν το πόσιμο νερό. Της λήψης του καλαντόνερου προηγούνταν το καλαντίασμαν της βρύσης. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα τοποθετούσαν κοντά ‘ς σο πεγάδ’ (βρύση) διάφορα δώρα όπως ξηρούς καρπούς (λεφτοκάρα, καρύδα, σύκα) στάρι, γλυκά, μήλα, κυδώνια, κ.λ.π. λέγοντας την ευχή: Κάλαντα και καλός καιρός, πάντα και του χρόνου. Αυτός που έπαιρνε το νερό, μέχρι να το πάει στο σπίτι δεν κοιτούσε πίσω του ούτε μιλούσε σε κανέναν. Έπινε όλη η οικογένεια από λίγο και ράντιζαν το σπίτι, την αυλή, τις αποθήκες, τα ζώα, τα χωράφια κ.λ.π.
Τα πίζηλα (καλικάντζαροι)
Όπως σε όλα τα μέρη της Ελλάδας έτσι και στον Πόντο πίστευαν, ότι το δωδεκαήμερο (Από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα) βγαίνουν τα πίζηλα (οι καλικάντζαροι) και ενοχλούν τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα ενοχλούσαν τα παιδιά και ιδίως τα αβάπτιστα, τις λεχώνες, τις νεόνυμφες και γενικά αδύναμα άτομα. Προκαλούσαν ζημιές στα πράγματα του σπιτιού, στα ζώα και στους αγρούς. Για να προστατευθούν απέφευγαν να κάνουν νυχτερινές δουλειές έξω από το σπίτι και να πετάξουν νερά έξω το βράδυ. Επίσης για να μην πλησιάζουν έλεγαν ψιθυριστά διάφορες προσευχές. Τα πίζηλα εξαφανίζονταν τα Φώτα με τον αγιασμό των υδάτων για να επιστρέψουν και πάλι τα Χριστούγεννα.
Ανάλογα με την περιοχή ονομάζονται και πίζουλα, πίζελα και πιζήαλα.
Ο κουκαράς
Τον κουκαρά κατασκεύαζαν οι γυναίκες κρυφά από τα παιδιά τους. Αυτός αποτελούνταν από ένα μεγάλο κρεμμύδι πάνω στο οποίο κάρφωναν σε ημικύκλιο εφτά φτερά από κότα ή κόκορα (όσες οι εβδομάδες της νηστείας). Χωρίς να γίνουν αντιληπτές από τα παιδιά τον κρεμούσαν από το ταβάνι. Το κρέμασμα γινόταν την Καθαρά Δευτέρα πολύ νωρίς. Έτσι όταν ξυπνούσαν τα παιδιά αντίκριζαν τον κουκαρά να κρέμεται από το ταβάνι και να κουνιέται. Αν δεν συμμορφώνονταν με το κράτημα της νηστείας τα φοβέριζαν ότι θα τα φάει ο κουκαράς. Με τρόπο φυσούσαν τον κουκαρά που καθώς κουνιόταν και περιστρέφονταν προκαλούσε τον φόβο. Κάθε εβδομάδα που περνούσε αφαιρούσαν και ένα φτερό μέχρι να τελειώσουν όλα με το τελείωμα της νηστείας.Ο φοβερός κουκαράς
Ετικέτες
Δωδεκαήμερο,
Ήθη κι Έθιμα,
Καλαντόνερο,
καλικάντζαροι,
Κουκαράς,
Μωμόγεροι,
Πίζηλα,
Χριστούγεννα
Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010
Χελιδονίσματα
Λέγονται στο μεσοσαράκοστο στη γιορτή του Σταυρού ή την Πρωτομαρτιά με την ευκαιρία του ερχομού της Άνοιξης. Τα παιδιά κατασκεύαζαν ομοιώματα χελιδονιών ή φλάμπουρα που τα στόλιζαν με λουλούδια όπως συνέβαινε στην Πορταριά. Το πιο γνωστό που τραγουδιέται στην περιοχή είναι:Ήρθε, ήρθε χελιδόνα
ήρθε κι άλλη μελιδόνα,
κάθισε και λάλησε
και γλυκά κελάδησε.
Μάρτη, Μάρτη μου καλέ,
και Φλεβάρη φοβερέ
κι να φλεβίσεις, κι να τσινήσεις,καλοκαίρι θα μυρίσεις
κι αν χιονίσεις, κι αν κακίσεις,
πάλιν άνοιξη θ’ ανθίσεις.
Θάλασσαν επέρασα, τη στεριάν δεν ξέχασα
κύματα κι αν έσχισα, έσπειρα, κονόμησα.
Έφυγα κι άφησα σύκα και σταυρόν και θυμωνίτσα.
Κι ήρθα τώρα, κι ηύρα φύτρα,
κι ηύρα χόρτα, σπαρτά, βλήτρα,
βλήτρα, βλήτρα, φύτρα, φύτρα.
Ειδικά στην Πορταριά τραγουδιέται από τα παιδιά που κρατούσαν φλάμπουρο το:
Χεροπλί, χεροπλί
χαιρετίσματα Σταυρέ
ψάλλω ’δω, ψάλλω ’κει
και χαρά στουν Αποστόλη.
Χελιδόνα πέρασε
απ’ τη Μαύρη Θάλασσα
πέρασε και λάλησε
και περδικολάλησε.
Πέντε αυγά σαρακοστά,
να σαρακοστέψουμε,
πέντε ‘γω, πέντε ‘συ
κι άλλα πέντε το παπί.
Έχω δάσκαλο καλό
και δασκάλισσα κακιά
που με λούζει, με χτενίζει
κι απ’ τη σκάλα με γκρεμίζει.
Ετικέτες
Ήθη κι Έθιμα,
Χελιδονίσματα
Κυρα - Σαρακοστή
Η κυρά Σαρακοστή ήταν μια γυναίκα, που είχε εφτά πόδια, φορούσε φούστα και δεν είχε στόμα. Τα εφτά πόδια συμβόλιζαν τις εφτά βδομάδες που έμεναν από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την Κυριακή του Πάσχα. Η κυρά Σαρακοστή δεν είχε στόμα γιατί εκείνες τις μέρες δεν αρταίνονταν οι άνθρωποι (όπως σήμερα που τρώνε κρέας μέχρι την Μεγάλη εβδομάδα). Επίσης είχε σταυρωμένα τα χέρια της για να δείξει πως αυτές τις μέρες προσεύχονται. Στο χωριό μας την έφτιαχναν με ζυμάρι. Στο ζυμάρι χρησιμοποιούσαν αλεύρι, αλάτι και νερό, το έπλαθαν και το έβαζαν στο φούρνο να ψηθεί. Μετά την ζωγράφιζαν με διάφορα χρώματα. Στο σχολείο μας την φτιάξαμε και ήταν μια όμορφη εμπειρία που θα τη λέμε και αργότερα στα παιδιά μας γιατί αυτή είναι η παράδοσή μας.
Φωτεινή Καραχάλιου, Αθανασία Βαρώτα, Ιωάννα Χατζηγούλα, Χριστίνα Ιμπράνη
Ετικέτες
Ήθη κι Έθιμα,
Σαρακοστή
Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010
Το Καρναβάλι των Γυναικών στην Πρέβεζα
Στην Πρέβεζα μπορεί να δει κανείς μια ξεχωριστή παρέλαση Λιλιπούτειας Μασκαράτας, την παραδοσιακή παρέλαση του Καρνάβαλου η οποία αποτελείται από μεταμφιεσμένες γυναίκες. Πρόκειται για ένα έθιμο πολλών δεκαετιών το οποίο διοργανώνεται κάθε χρόνο από το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Πρέβεζας και στοχεύει στην αναβίωση και διατήρηση των τοπικών παραδοσιακών εθίμων.
Επίσης στα πλαίσια του Καρναβαλιού στην Πρέβεζα διοργανώνονται και τα Λαϊκά πανηγύρια. Αρχίζουν με Αποκριάτικες φωτιές στις γειτονιές της πόλης και την Καθαρά Δευτέρα γιορτάζονται τα παραδοσιακά Κούλουμα στην περιοχή του Αγ. Γεωργίου. Στα Κούλουμα συμμετέχουν μουσικοχορευτικά συγκροτήματα και προσφέρεται δωρεάν παραδοσιακό νηστίσιμο φαγητό και άφθονο κρασί.
Πηγή: www.agrotravel.gr
Ετικέτες
Αποκριά,
Ήθη κι Έθιμα,
Καρναβάλι των Γυναικών,
Πρέβεζα
Ξάνθη:Το κάψιμο του Τζάρου
Εδώ αναβιώνει το παλιό έθιμο «Το κάψιμο του Τζάρου». Σύμφωνα με την τοπική παράδοση ο «Τζάρος» ή «Τζάρους» κατά τους κατοίκους της Ανατολικής Θράκης ήταν ένα κατασκευασμένο ανθρώπινο ομοίωμα, τοποθετημένο πάνω σε ένα σωρό από πουρνάρια. Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, καιγόταν στο κέντρο αλάνας, πλατείας ή σε υψώματα για να μην έχουν το καλοκαίρι ψύλλους. Το έθιμο αυτό το έφεραν οι πρόσφυγες από το Σαμακώβ της Ανατολικής Θράκης και αναβιώνει κάθε χρόνο από τους κατοίκους του ομώνυμου συνοικισμού, ο οποίος βρίσκεται κοντά στη γέφυρα του ποταμού Κόσυνθου της Ξάνθης. Η ονομασία «Τζάρος» προήλθε από τον ιδιόρρυθμο ήχο, που δημιουργούσε η καύση του θάμνου «τζ,τζ,τζ...».
Πηγή: www.supa.gr
Ετικέτες
Αποκριά,
Ήθη κι Έθιμα,
Ξάνθη,
Σαμακώβ,
Το κάψιμο του Τζάρου
Καλαμάτα: Τ' Κουτρούλη ο γάμος, Το κρέμασμα της γριάς Συκούς κι άλλα αποκριάτικα έθιμα
Ο διάσημος «Γάμος του Κουτρούλη» έχει μια ιστορία που ξεκινά τον 14ο αιώνα.
Οι Αποκριές στον Νομό Μεσσηνίας έχουν κέφι, χρώμα και πρωτοτυπία και τηρούν τις παραδόσεις με γνωστά έθιμα που ενθουσιάζουν. Το «γαϊτανάκι» της Καλαμάτας, το κρέμασμα της γριάς Συκούς στη Μεσσήνη, οι τραγόμορφοι καρναβαλιστές της Νέδουσας και ο γάμος του Κουτρούλη στη Μεθώνη, είναι σημεία αναφοράς των αποκριάτικων εκδηλώσεων στον νομό. Στην Καλαμάτα, το Σώμα Ελληνίδων Οδηγών με τη συμπαράσταση του δήμου, θα οργανώσει το πρωί της Κυριακής της Αποκριάς στην κεντρική πλατεία της μεσσηνιακής πρωτεύουσας το παραδοσιακό «γαϊτανάκι»: όπως συμβαίνει κάθε χρόνο είναι η αφορμή για ένα χαρούμενο ξεφάντωμα με μουσική και χορό.
Την Καθαρά Δευτέρα ο σύλλογος «Ανθεστηρίων Καλαμάτας» θα οργανώσει στην περιοχή των Παλαιών Σφαγείων στη Δυτική Παραλία διαγωνισμό για το πέταγμα χαρταετού. Τα τελευταία 15 χρόνια μικροί και μεγάλοι μαζεύονται εδώ και συμμετέχουν σ’ έναν πρωτότυπο διαγωνισμό με τρία βραβεία (πρωτοτυπίας, παραδοσιακής κατασκευής και πιο υψηλού πετάγματος). Στη Μεσσήνη, την Κυριακή των Αποκριών θα οργανωθεί μεγάλο καρναβάλι, ενώ το πρωινό της Καθαράς Δευτέρας θα γίνει η αναπαράσταση της εκτέλεσης της γριάς Συκούς στην «Κρεμάλα», που σύμφωνα με την παράδοση κρεμάστηκε έπειτα από εντολή του Ιμπραήμ Πασά στο ίδιο σημείο της πόλης. Μετά την αναπαράσταση κάθε επισκέπτης μπορεί να... «κρεμαστεί» από τους ψευτοδήμιους της κρεμάλας. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, οι αποκριάτικες εκδηλώσεις θα κορυφωθούν με παρελάσεις αρμάτων και καρναβαλιστών και θα ακολουθήσει λαϊκό γλέντι με χορευτικά συγκροτήματα, τραγούδι και φαγητό.
Το χωριό Νέδουσα είναι γνωστό για το ιδιαίτερο αποκριάτικο έθιμό του. Το πρωί της Καθαράς Δευτέρας ντόπιοι -μεταμφιεσμένοι τραγόμορφα, με μουντζουρωμένα πρόσωπα και ζωσμένοι με βαριά ποιμενικά κουδούνια- επισκέπτονται όλα τα σπίτια και μαζεύουν ό,τι τους προσφέρουν οι οικοδεσπότες. Το ίδιο μεσημέρι, στην πλατεία του χωριού, θα γίνει η αναπαράσταση της ζωής του ανθρώπου. Στη γιορτή, όχι μόνο οι συμμετέχοντες αλλά και οι θεατές, έχουν μουντζουρωμένα τα πρόσωπά τους, για να ξορκίζουν το κακό.
Η Αποκριά στη Μεθώνη είναι ταυτισμένη με τον «Γάμο του Κουτρούλη», ένα έθιμο που βασίζεται στον γάμο του τελευταίου Ελληνα ιππότη Ιωάννη Κουτρούλη, που έγινε στις αρχές του 14ου αιώνα. Ο γάμος αυτός έμελλε να γίνει παροιμιώδης φράση («του Κουτρούλη ο γάμος»), εννοώντας οτιδήποτε το θορυβώδες. Το έθιμο θα αναβιώσει και φέτος με το προγαμιαίο γλέντι, το Σάββατο. Το απόγευμα της Κυριακής θα γίνει η παρουσίαση των προικιών και θα ακολουθήσει γλέντι στον κεντρικό δρόμο της αγοράς. Την Καθαρά Δευτέρα, θα ξεκινήσει η παρέλαση των νεονύμφων και των προσκεκλημένων, οι οποίοι, μια ώρα αργότερα θα φτάσουν στην πλατεία Σιντριβανιού της παραλίας. Στο γλέντι που θα ακολουθήσει, θα προσφερθούν σαρακοστιανοί μεζέδες, φασολάδα και κρασί.
Το μοιραίο όνειρο Η εκτέλεση της γριάς Συκούς στη Μεσσήνη είναι και ιστορικά τεκμηριωμένη. Η άτυχη ηλικιωμένη οδηγήθηκε στην κρεμάλα με εντολή του Ιμπραήμ Πασά γιατί είχε το θάρρος, εξηγώντας του ένα όνειρο που είχε δει, να του πει ότι η εκστρατεία του (αλλά και ο ίδιος) θα είχε οδυνηρό τέλος και θα νικούσαν οι επαναστατημένοι Ελληνες.
Πηγή: Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ
Ετικέτες
Αποκριά,
Γαϊτανάκι,
Γρια Συκού,
Ήθη κι Έθιμα,
Κουτρούλη ο γάμος,
Μεσσήνη,
Μεσσίνη,
Νέδουσα. Τραγόμορφοι
Νάουσα: Γενίτσαροι και Μπούλες
Οπως κάθε χρόνο, επίκεντρο των καρναβαλικών εκδηλώσεων στη Νάουσα είναι το δρώμενο «Γενίτσαροι και Μπούλες». Πρόκειται για ένα έθιμο με βαθιές ρίζες, το οποίο στο πέρασμα της μακραίωνης ιστορίας του ενσωμάτωσε και στοιχεία της τοπικής παράδοσης.Οι «Γενίτσαροι και οι Μπούλες» χαρακτηρίζονται από την πειθαρχημένη, τυποποιημένη και εξαιρετικής αισθητικής εμφάνιση των συμμετεχόντων. Φουστανελοφόροι άντρες, οι περήφανοι Γιανίτσαροι (ή Γενίτσαροι), με πολλά ασημικά στο στήθος, μακριά σπαθιά και κέρινα προσωπεία, γυρίζουν στους δρόμους της πόλης σε μπουλούκια.Μαζί τους περιφέρονται και οι «Μπούλες», μεταμφιεσμένοι άντρες που υποδύονται τις γυναίκες, φορώντας φαρδιά φουστάνια και έχουν το πρόσωπό τους στολισμένο με λουλούδια και τούλια. Το ντύσιμο των συμμετεχόντων, το «μάζεμα» και το «προσκύνημα», η διαδρομή που ακολουθούν τα μπουλούκια στους δρόμους της πόλης, η μουσική και οι χοροί, χρόνια τώρα ακολουθούν τους ίδιους κανόνες. Το πρωί της Κυριακής, μετά το ντύσιμο του Γενίτσαρου και το μάζεμα του μπουλουκιού, οι «Γενίτσαροι και οι Μπούλες» παίρνουν την άδεια από τον δήμαρχο (το «προσκύνημα») και ακολουθούν μια καθορισμένη διαδρομή τους στην πόλη. Το μεσημέρι, γίνεται το καθιερωμένο πάρτι με τίτλο «Ψήσε-φάε» και το ίδιο βράδυ, στην πλατεία Αλωνίων, γίνεται το «βγάλσιμο του προσώπου», της κέρινης μάσκας του Γενίτσαρου, με τη συμμετοχή όλου του κόσμου.Το πρωί της επόμενης Κυριακής τα μπουλούκια θα επαναλάβουν την πορεία τους στους δρόμους της πόλης. Το μεσημέρι θα γίνει η καθιερωμένη παρέλαση αρμάτων, λαογραφικών συλλόγων και σατυρικών ομάδων, ενώ μετά το τέλος της παρέλασης, στέκια γλεντιού θα στηθούν σε πολλά κεντρικά σημεία της πόλης από τις ομάδες των καρναβαλιστών και τα πληρώματα των αρμάτων. Το ίδιο απόγευμα, ο «πρόσωπος» του Γενίτσαρου θα ξαναβγεί, σηματοδοτώντας το αποκορύφωμα των εκδηλώσεων της ημέρας.Η Καθαρά Δευτέρα είναι πλούσια σε εκδηλώσεις. Το πρωί θα γίνει η ελεύθερη πορεία των μπουλουκιών χωρίς τον «πρόσωπο».Ενώ νωρίς το μεσημέρι τη γιορτή φασολάδας Παράλληλα, προσφέρεταιλαγάνα και σαρακοστιανά.
Πηγή: Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ
Ετικέτες
Αποκριά,
Γενίτσαροι και Μπούλες,
Ήθη κι Έθιμα,
Νάουσα
Ο Καλόγερος στο Καλαμπάκι Δράμας
Το εθιμικό δρώμενο του Καλόγερου (= καλός γέρος) τελείται τη Δευτέρα της Τυρινής. Οι ρίζες του ανάγονται σε πανάρχαιες ευετηρικές τελετές, κατά τις οποίες οι άνθρωποι ζητούσαν από τις ανώτερες δυνάμεις να επενεργήσουν στη βλάστηση και να γονιμοποιήσουν τη γη. Στις μέρες μας, το έθιμο υπενθυμίζει και υπογραμμίζει την εξάρτηση του ανθρώπου από τη φύση. Το έθιμο ήλθε στη Δράμα μαζί με τους πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης. Αναβιώνει από μια ομάδα μεταμφιεσμένων με επικεφαλής τον Καλόγερο. Επισκέπτονται τα σπίτια του χωριού και ύστερα πηγαίνουν στην πλατεία. Εκεί διεξάγονται διαγωνισμός διελκυστίνδας, εικονικό όργωμα και σπορά. Το δρώμενο ολοκληρώνεται με την εικονική νεκρανάσταση του Καλόγερου.Η μεταμφίεση
Ο Καλόγερος φορά δέρματα ζώων και μεταμφιέζεται σε ζώο. Στη μέση έχει δεμένα κουδούνια, ένα εκ των οποίων είναι σύμβολο γονιμότητας. Στα ρούχα των υπόλοιπων μελών της ομάδας κυριαρχεί το μαύρο. Φορούν μαύρο φέσι, καρό πουκάμισο, μαύρο γιλέκο και μαύρη σαλταμάρκα. Στη μέση ένα κόκκινο ζωνάρι συγκρατεί το πουτούρι. Οι κνήμες των ποδιών τυλίγονται με κομμάτια άσπρου υφάσματος, τα ποδοπάνια, και στα πόδια φορούν τα τσερβούλια.
Η μουσική
Τα τοπικά μουσικά όργανα, η τρίχορδη θρακική λίρα, το μεγάλο νταβούλι (τύμπανο) και η γκάιντα συνοδεύουν το δρώμενο.
Η τέλεση του δρώμενου
• 1η φάση: οι επισκέψεις
Η ομάδα των μεταμφιεσμένων, συνοδευόμενη από τους μουσικούς, επισκέπτεται όλα τα σπίτια του χωριού. Ο Καλόγερος χτυπά σε κάθε σπίτι με το κουδούνι που συμβολίζει τη γονιμότητα, εύχεται καλοχρονιά και σχηματίζει ένα σταυρό στην αυλή με μια σφουγγιά. Η νοικοκυρά του σπιτιού ρίχνει πάνω του ένα μείγμα δημητριακών και οσπρίων που παράγει ο τόπος. Γέλια, φωνές, αστεϊσμοί και αυτοσχέδια πειραχτικά λόγια χαρακτηρίζουν την πρώτη φάση.
Η ομάδα των μεταμφιεσμένων, συνοδευόμενη από τους μουσικούς, επισκέπτεται όλα τα σπίτια του χωριού. Ο Καλόγερος χτυπά σε κάθε σπίτι με το κουδούνι που συμβολίζει τη γονιμότητα, εύχεται καλοχρονιά και σχηματίζει ένα σταυρό στην αυλή με μια σφουγγιά. Η νοικοκυρά του σπιτιού ρίχνει πάνω του ένα μείγμα δημητριακών και οσπρίων που παράγει ο τόπος. Γέλια, φωνές, αστεϊσμοί και αυτοσχέδια πειραχτικά λόγια χαρακτηρίζουν την πρώτη φάση.
• 2η φάση: η διελκυστίνδα
Μετά τις επισκέψεις στα σπίτια, η ομάδα των μεταμφιεσμένων και οι κάτοικοι του χωριού μαζεύονται στην πλατεία. Εκεί διεξάγεται ένα είδος διελκυστίνδας μεταξύ των νέων και των μεσόκοπων, που αντιπροσωπεύουν την άνοιξη και το χειμώνα, αντίστοιχα. Ο αγώνας λήγει με τη νίκη των νέων, γεγονός που προμηνύει την καλή πορεία της χρονιάς.
Μετά τις επισκέψεις στα σπίτια, η ομάδα των μεταμφιεσμένων και οι κάτοικοι του χωριού μαζεύονται στην πλατεία. Εκεί διεξάγεται ένα είδος διελκυστίνδας μεταξύ των νέων και των μεσόκοπων, που αντιπροσωπεύουν την άνοιξη και το χειμώνα, αντίστοιχα. Ο αγώνας λήγει με τη νίκη των νέων, γεγονός που προμηνύει την καλή πορεία της χρονιάς.
• 3η φάση: αναπαράσταση οργώματος και σποράς
Πραγματοποιείται στην πλατεία και αποτελεί την κύρια φάση του δρώμενου. Κατά τη διάρκειά του επικρατεί σοβαρότητα. Τα γέλια και τα αστεία απουσιάζουν. Οι μεταμφιεσμένοι ζεύονται σαν δαμαλάκια και αρχίζουν το εικονικό όργωμα. Το άροτρο κατευθύνεται από τον Καλόγερο. Ακολουθεί η εικονική σπορά. Κάθε φορά που ρίχνεται σπόρος στη γη, ο ζευγολάτης λέει μια ευχή, η οποία επαναλαμβάνεται από το πλήθος.
• 4η φάση: ο εικονικός θάνατος του Καλόγερου
Οι μεταμφιεσμένοι προσφέρουν στον Καλόγερο τρεις μπουκιές φαγητό και μετά τον «σκοτώνουν». Στη συνέχεια, τον σέρνουν πάνω στη γη που προηγουμένως όργωσαν και έσπειραν. Έπειτα τον ραντίζουν με νερό και αυτός «επανέρχεται» στη ζωή. Με αυτό τον τρόπο θεωρείται ότι η ανοιξη-ζωή κερδίζει το χειμώνα-θάνατο.
Οι μεταμφιεσμένοι προσφέρουν στον Καλόγερο τρεις μπουκιές φαγητό και μετά τον «σκοτώνουν». Στη συνέχεια, τον σέρνουν πάνω στη γη που προηγουμένως όργωσαν και έσπειραν. Έπειτα τον ραντίζουν με νερό και αυτός «επανέρχεται» στη ζωή. Με αυτό τον τρόπο θεωρείται ότι η ανοιξη-ζωή κερδίζει το χειμώνα-θάνατο.
• 5η φάση: ο χορός
Το έθιμο ολοκληρώνεται με τους κατοίκους του χωριού να χορεύουν σε έναν κύκλο πάνω στην «οργωμένη» και «σπαρμένη» γη.
Πηγή: Agrotour.gr
Το έθιμο ολοκληρώνεται με τους κατοίκους του χωριού να χορεύουν σε έναν κύκλο πάνω στην «οργωμένη» και «σπαρμένη» γη.
Πηγή: Agrotour.gr
Ετικέτες
Αποκριά,
Ήθη κι Έθιμα,
Καλαμπάκι Δράμας,
Καλόγερος
Κοζανίτικα Ρογκατσάρια κια Φανοί
Στην Κοζάνη η Αποκριά είναι κυριολεκτικά μια... καυτή υπόθεση, αφού κυρίαρχο στοιχείο της είναι η φωτιά από το άναμμα των 12 Φανών (μεγάλες φωτιές) σε 12 διαφορετικές γειτονιές της πόλης. Οι Κοζανίτες, που προετοιμάζονται από τα Χριστούγεννα γι’ αυτήν τη στιγμή, γιορτάζουν επίσης το καρναβάλι και με τα «Ρογκατσάρια». Πρόκειται για ένα παλιό έθιμο, όπου δυάδες μεταμφιεσμένων με κουδούνια και προσωπίδες με μορφή γοργόνας, επισκέπτονται τα σπίτια συγγενών και φίλων, τραγουδούν και μαζεύουν φιλοδωρήματα.
Ολες οι εκδηλώσεις διαρκούν ένα δωδεκαήμερο. Αρχίζουν το βράδυ της Τσικνοπέμπτης και κορυφώνονται την Κυριακή της Μεγάλης Αποκριάς (14/2/10) με τη μεγάλη παρέλαση αρμάτων και ομάδων μεταμφιεσμένων. Το ίδιο βράδυ της Μεγάλης Αποκριάς ανάβουν και οι 12 Φανοί ταυτόχρονα. Τότε, η γιορτινή ατμόσφαιρα και το γλέντι μεταφέρεται σ’ όλη την πόλη της Κοζάνης.
Οι δώδεκα Φανοί ξεκινούν να ανάβουν από το βράδυ της Τσικνοπέμπτης - ένας σε διαφορετική γειτονιά κάθε βράδυ (γύρω στις 20:00). Οι κάτοικοι της γειτονιάς που μερίμνησαν για το στήσιμο του Φανού φροντίζουν να καίει μέχρι το ξημέρωμα. Παράλληλα, ασχολούνται με τα κεραστάρια (ομοιώματα μικρών σπιτιών), από τα οποία προσφέρουν σε μικρούς και μεγάλους κρασί και κιχιά.
Τα κεράσματα, το γλυκόπιοτο κρασί, οι μουσικοί με τα παραδοσιακά χάλκινα πνευστά, αλλά κυρίως το ιδιαίτερα «καυτό» και αθυρόστομο περιεχόμενο των τραγουδιών που λέγονται «ξιανέντροπα» ή «νοικουκυρίσια», κάνουν το γλέντι γύρω από τον κάθε Φανό να κρατάει μέχρι αργά. Η αυλαία των καρναβαλικών εκδηλώσεων πέφτει την Καθαρά Δευτέρα (15/2/10) στο πάρκο του Αγίου Δημητρίου, όπου συγκεντρώνονται όλοι οι Φανοί με τις μπάντες τους σ’ ένα ξέφρενο πανηγύρι.
Oταν οι Φανοί ανάβουν, όλη η πόλη της Κοζάνης γιορτάζει
Στα Σέρβια
Εξίσου εντυπωσιακές είναι οι αποκριάτικες εκδηλώσεις στο κοντινό χωριό Σέρβια. Και εδώ, κυρίαρχα στοιχεία της Αποκριάς είναι οι «Φανοί», οι πίτες, τα παραδοσιακά μουσικά όργανα, οι διαγωνισμοί καρναβαλιών και η μεγάλη παρέλαση αρμάτων την Κυριακή της Αποκριάς.
Πηγή: Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ
Ετικέτες
Αποκριά,
Ήθη κι Έθιμα,
Κοζάνη,
Ρογκατσαρια,
Σέρβια,
Φανοί
Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010
Οι Μπαμπούγεροι...
Οι δύο γριές «προλόγισαν» με το δικό τους τρόπο την κορύφωση του δρώμενου Οι μεταμφιέσεις
αποτελούν εκδηλώσεις με πανάρχαια καταγωγή. Εχουν ευετηριακό χαρακτήρα (ευετηρία
σημαίνει καλοχρονιά) και έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν την υγεία, τη βλάστηση και
την καρποφορία της γης, όπως οι διονυσιακές γιορτές στην αρχαιότητα.
Κείμενο: Νάνση Τουμπακάρη Φωτ: Ανδρέας Κουτέπας, Πηγή: Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Ζωομορφικές οι μεταμφιέσεις του χειμώνα, που, ιδιαίτερα στη Μακεδονία, κάνουν την εμφάνισή τους λίγο νωρίτερα από τις Απόκριες, στις γιορτές των Θεοφανίων και του Αϊ-Γιάννη. Το δρώμενο των Μπαμπούγερων στην Καλή Βρύση, στους πρόποδες του Μενοίκιου όρους, περιλαμβάνει ανθρώπους ντυμένους με δέρματα ζώων, που στη μέση τους έχουν κρεμασμένα κουδούνια
Ο λόγος για τους Μπαμπούγερους της Καλής Βρύσης, που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα δυτικά της Δράμας, στους πρόποδες του Μενοίκιου όρους. Το δρώμενο των Μπαμπούγερων περιλαμβάνει ανθρώπους ντυμένους με δέρματα ζώων, που στη μέση τους έχουν κρεμασμένα κουδούνια. Σε διαφορετικές εκδοχές εκτελείται και σε άλλα κοντινά χωριά της περιοχής, όπως η Νικήσιανη και το Μοναστηράκι, και φαίνεται πως έχει αναλογίες με αντίστοιχα δρώμενα της αρχαιότητας και των βυζαντινών χρόνων.
Η προέλευση του δρώμενου
Οι άνθρωποι από παλιά κρέμαγαν τα κουδούνια, όχι μόνο πάνω στα ζώα, αλλά και πάνω τους, με σκοπό να διώξουν μακριά το κακό, όποιο κι αν ήταν αυτό. Δηλαδή τα κακά πνεύματα, όπως είναι οι καλικάντζαροι, την κακοκαιρία, που κατέστρεφε τη σοδειά κ.ά. Ετσι, τα κουδούνια σε αυτές τις περιπτώσεις είχαν ρόλο μαγικό. Για να γίνει η αποτροπή αυτή πιο αποτελεσματική, μεταμφιέζονταν με δέρματα ζώων, προσπαθώντας να κάνουν την όψη τους τρομερή και κινούνταν με συγκεκριμένο τρόπο, ώστε να ηχούν δυνατότερα και καλύτερα τα κουδούνια. Αυτό, σε κάθε τόπο, γινόταν διαφορετική μέρα κάθε χρόνο. Αλλού κάθε Απόκριες, αλλού κάθε 7 Ιανουαρίου που γιορτάζει ο Αϊ-Γιάννης, αλλού κάθε Πρωτοχρονιά κ.λπ.
Με άλλα λόγια, οι μεταμφιεσμένοι των Φώτων, του Αϊ-Γιάννη, αλλά και της Αποκριάς, μιμούνται τις κακές δυνάμεις του χειμώνα, με σκοπό να τις ξορκίσουν, εξασφαλίζοντας την αναγέννηση της φύσης με τον ερχομό της άνοιξης.
Επειδή αυτές οι συνήθειες επαναλαμβάνονταν σταθερά κάθε χρόνο, δημιουργήθηκαν έθιμα. Τα έθιμα αυτά δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς σταθεροποιήθηκαν μέσα στον κύκλο του χρόνου. Παρέμειναν, ωστόσο, ζωντανά και τηρούνται μέχρι σήμερα.
Σε μέρη που υπάρχουν τέτοια δρώμενα, οι άνθρωποι δίνουν αρκετά χρήματα για να αγοράσουν καλά κουδούνια, που τα φυλάνε στα μπαούλα και τα βγάζουν μόνο σε αυτές τις περιστάσεις. Οταν ο κουδουνάτος φορά καλά κουδούνια, αποσπά θετικά σχόλια από την κοινότητα και αποκτά μεγαλύτερη κοινωνική αναγνώριση.
Οι Μπαμπούγεροι της Καλής Βρύσης αποτελούν ένα εντυπωσιακό θέαμα και ταυτόχρονα ένα επιβλητικό ακρόαμα!
Ας αρχίσουμε από το θέαμα. Φορούν άσπρη περισκελίδα και άσπρο πουκάμισο. Πάνω από αυτά βάζουν μαύρο επενδύτη (πανωφόρι) χωρίς μανίκια, που είναι φλοκωτός από την εσωτερική μεριά. Στην πλάτη, δημιουργούν μια αρκετά μεγάλη καμπούρα από κουρέλια. Στο κεφάλι φορούν καλύπτρα από λευκό ύφασμα, φτιαγμένο στον αργαλειό, που απολήγει σε δύο κέρατα. Με κομμάτια προβιάς δημιουργούν γένια, μουστάκια, φρύδια και μαλλιαρές απολήξεις στα κέρατα. Τα δόντια είναι φτιαγμένα από δύο σειρές φασόλια τοποθετημένα στη θέση του στόματος. Παλαιότερα στα πόδια φορούσαν χειροποίητα δερμάτινα παπούτσια. Οι νεότερες γενιές Μπαμπούγερων προτιμούν πλέον τα μαύρα αθλητικά, που βολεύουν πολύ περισσότερο στην κίνηση και στο τρέξιμο, αν και κάποιοι εξακολουθούν να φορούν τα παλιά παραδοσιακά. Στο χέρι κρατούν ένα σακουλάκι κλειστό, με το οποίο περιλαβαίνουν όποιον τους μπει στο μάτι ή στο ρουθούνι! Παλαιότερα το σακουλάκι περιείχε στάχτη, η οποία είχε ρόλο αποτροπής του κακού. Αυτό, όμως, καταργήθηκε, αφού η στάχτη λέρωνε τους ανύποπτους επισκέπτες.
Κι ας περάσουμε στο ακρόαμα! Κάθε Μπαμπούγερος έχει κρεμασμένα στη μέση του, περασμένα από σκοινί, πέντε πολύ μεγάλα κουδούνια. Για να είναι περισσότερο ανεκτό και καλύτερα κατανεμημένο το -καθόλου ευκαταφρόνητο- βάρος των κουδουνιών, το σχοινί περνά πάνω από τους ώμους και περικυκλώνει χιαστί την καμπούρα του Μπαμπούγερου. Η διάταξη των κουδουνιών, από την οποία δεν παρεκκλίνει κανείς, είναι τέσσερα χυτά κουδούνια, τοποθετημένα δύο στο μπροστινό μέρος του σώματος και από ένα στα πλαϊνά. Ενα ακόμη μεγαλύτερων διαστάσεων, σφυρήλατο αυτή τη φορά, κουδούνι είναι κρεμασμένο στο πίσω μέρος του σώματος, ακριβώς κάτω από τη μέση. Κρίνοντας από το άκουσμα, εύκολα συμπεραίνει κάποιος ότι η θέση του σφυρήλατου κουδουνιού είναι στρατηγική. Είναι ακριβώς εκείνη που δέχεται πρώτη τους κραδασμούς και από το βάδισμα και από το τρέξιμο, έτσι ώστε ο μπάσος ήχος του σφυρήλατου κουδουνιού να κυριαρχεί στους ήχους των υπόλοιπων χυτών κουδουνιών. Η σημασία της θέσης του σφυρήλατου κουδουνιού επιβεβαιώνεται και από τον τύπο της κίνησης που εκτελούν οι Μπαμπούγεροι όταν στέκουν και χτυπούν τα κουδούνια τους. Εκτελούν κάθετη ταλάντωση του κορμού, δίνοντας έμφαση στους γλουτούς, πετώντας με τον τρόπο αυτό το σφυρήλατο κουδούνι προς τα επάνω και κάνοντάς το να ηχεί εντονότερα από τα υπόλοιπα. Οταν συναντιούνται πολλοί Μπαμπούγεροι μαζί, εκτελούν ταυτόχρονα αυτόν τον τύπο κίνησης, με στόχο να «ακουστούν». Ο ήχος που παράγεται είναι εκκωφαντικός και απροσδιόριστης τονικής οξύτητας. Ακόμη και αν κάποιος Μπαμπούγερος φέρει κουρδισμένα κουδούνια, είναι αδύνατον αυτό να γίνει αντιληπτό μέσα στον τεράστιο ηχητικό όγκο τόσων κουδουνιών!
...Και να τι συνέβη στην Καλή Βρύση
Το έθιμο, που είναι πασίγνωστο, έχει πλέον περάσει στην οργανωτική ευθύνη του Πολιτιστικού Συλλόγου Καλής Βρύσης, ενός πολιτιστικού πυρήνα πραγματικά δραστήριου. Αν και πήγαμε προετοιμασμένοι, επιβεβαιώσαμε τελειωτικά την πραγματοποίηση του δρώμενου από τα γιγαντοπανό, που ήταν αναρτημένα στους κεντρικούς δρόμους της Δράμας, στα οποία, μάλιστα, ήταν γραμμένο και το όνομα του οικονομικού υποστηρικτή του τριημέρου, που ήταν ένας από τους μεγάλους οινοπαραγωγούς της περιοχής.
Φθάνοντας στην Καλή Βρύση, η πρώτη εντύπωση ήταν εξαιρετικά θετική. Ολόκληρο το χωριό «ακουγόταν» από μακριά. Προϊδεασμένοι από τη διαφήμιση, περιμέναμε να βρεθούμε σε ένα οργανωμένο φολκλόρ, με άπειρους επισκέπτες και στρίμωγμα. Τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Αντίθετα! Βρεθήκαμε σε ένα χωριό όπου οι κάτοικοι απολάμβαναν να γλεντούν και να αλληλοπειράζονται, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό και όλους τους ξένους επισκέπτες. Χαρακτηριστικό είναι ότι σχεδόν ο πρώτος Μπαμπούγερος που συναντήσαμε με περιέλαβε με το σακουλάκι, χοροπηδώντας γύρω μου. Ηταν κάθιδρος. Παρά το γεγονός ότι τη μέρα εκείνη έκανε αρκετό κρύο, το να φορά κανείς αυτή την ένδυση και κυρίως το να χοροπηδά και να κινείται, φέροντας ταυτόχρονα και το βάρος των κουδουνιών, απαιτεί πολύ κόπο.
Οι Μπαμπούγεροι ήταν σκόρπιοι σε όλο το χωριό και μπορούσε να τους βρει κανείς σε όποιο... μέγεθος επιθυμούσε. Από εξαιρετικά μικροκαμωμένα Μπαμπουγεράκια μέχρι πανύψηλους και γεροδεμένους Μπαμπούγερους. Παιδιά κάθε ηλικίας ήταν ντυμένα και όλα έφεραν κουδούνια ανάλογα με το μέγεθος του σώματός τους. Η μεγάλη έκπληξη δεν ήταν, όμως, τα παιδιά, αλλά οι κοπέλες! Παλαιότερα κάτω από τη ζωομορφική μεταμφίεση βρίσκονταν αποκλειστικά άνδρες. Αυτό δεν αποτελεί πλέον απόλυτο κανόνα και τα κορίτσια φέρουν με ευχαρίστηση την προσωπίδα και τα κουδούνια.
Και βέβαια τη νύφη την πληρώνουν οι περαστικοί. Κι αν είναι φίλοι του συγκεκριμένου Μπαμπούγερου; Δεν την έχουν καθόλου καλά! Από αυτό δεν ξεφεύγει κανείς! Ούτε οι αστυνομικοί του χωριού!
Ολόκληρο το δρώμενο παραδοσιακά υποστηρίζεται από τα δύο μουσικά όργανα που κυριαρχούν στην περιοχή, την γκάιντα και τον νταχαρέ ή νταϊρέ (μεγάλου μεγέθους ντέφι). Κι εδώ βοήθησε η τεχνολογία! Για να υπάρχει διαρκώς μουσική και να ακούγεται σε ικανοποιητική ένταση επιστρατεύθηκαν μεγάλα ηχεία που, τοποθετημένα στην πλατεία, μετέδιδαν συνεχώς ντόπια μουσική. Κάτω από τα ηχεία ήταν η έκπληξη! Μια πηγή που έρρεε κρασί και στο πλάι πλαστικά ποτήρια, ώστε ο καθένας να μπορεί να πιει όσο θέλει. Φυσικά τίποτα δεν είναι τυχαίο! Η ανακάλυψη από την αρχαιολογική σκαπάνη του ιερού του Διονύσου-Βάκχου το 1993, ένα χιλιόμετρο έξω από το χωριό, ενέπνευσε ακόμη περισσότερο τους Καληβρυσιώτες.
Την τρίτη μέρα έκαναν την εμφάνισή τους και άλλου τύπου μεταμφιέσεις, όπως δύο άνδρες ντυμένοι γριές! Ηταν σε συνεχή αλληλεπίδραση με τους Μπαμπούγερους, «προλογίζοντας» με το δικό τους τρόπο την κορύφωση του τριημέρου, που είναι ο σατυρικός γάμος.
Στην πομπή του γάμου προηγούνται τα Μπαμπούγερα, σείοντας τα κουδούνια.
Από κάποια απόσταση, για να μπορούν να ακούγονται, έρχονται τα όργανα, οι γκάιντες και οι νταϊρέδες, μαζί με έναν μεταμφιεσμένο Διόνυσο-Βάκχο, που κρατά ένα δοχείο γεμάτο κρασί και περιβάλλεται από κοπέλες με τοπικές ενδυμασίες.
Ακολουθούν ο «γαμπρός», ο «κουμπάρος», οι «συγγενείς», το άλογο με τα «προικιά» και κόσμος. Μόλις φτάσουν στο σπίτι της «νύφης», που φυσικά είναι άνδρας με ευρωπαϊκό νυφικό, ο «γαμπρός» με το «συγγενολόι» ανεβαίνουν και την παραλαμβάνουν, ακολουθώντας συγκεκριμένο τελετουργικό. Το γάμο τελεί στην πλατεία ο «Διόνυσος». Κορυφαία στιγμή, η απαγωγή της νύφης από τα Μπαμπούγερα, με σκοπό να τη γονιμοποιήσουν, ο «γαμπρός», όμως, την παίρνει πίσω σύντομα.
Το γλέντι που ακολουθεί, με κρασί και ντόπια λουκάνικα, διαρκεί μέχρι το πρωί, είναι παροιμιώδες και πιστοποιεί την ύπαρξη μιας κοινότητας ανθρώπων δραστήριων, γεμάτων ζωή και πρόθυμων όχι μόνο να διατηρήσουν όσα βρήκαν από τους παλαιότερους, αλλά να τα εμπλουτίσουν κιόλας με ευρηματικούς νεωτερισμούς! Ας είναι καλά!
Ετικέτες
Αποκριά,
Δράμα,
Ήθη κι Έθιμα,
Μπαμπούγεροι
Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010
Τα φυτά στο Πάσχα
Απ' τα αρχαία χρόνια οι άνθρωποι φαντάζονταν ότι τα φυτά έχουν ψυχή. Οι Αμαδρυάδες, οι νύμφες των δέντρων, γεννιόνταν, ζούσαν πέθαιναν μαζί μ' αυτά.
Αλλά και η χριστιανική θρησκευτική παράδοση έχει να μας προσφέρει πολλές ιστορίες και θρύλους όπου τα φυτά χαίρονται, λυπούνται αισθάνονται. Ειδικά στο θείο δράμα τα φυτά έχουν ξεχωριστή θέση και δέχονται την ευλογία του Κυρίου.
Στις δύσκολες στιγμές του μαρτυρίου, όταν οι άνθρωποι Του φέρονταν σκληρά, αυτά πονούσαν μαζί Του και θρηνούσαν.
Ο φυσικός κόσμος είναι το δώρο του Θεού στον άνθρωπο για να ζει μέσα σ' αυτόν όμορφα, ειρηνικά και ευτυχισμένα. Δώρο πολύτιμο που οι παλιότερες γενιές το φρόντιζαν και το περιποιούνταν.
Κι εμείς σήμερα πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας, απαραίτητη προϋπόθεση για όμορφο, ποιοτικό περιβάλλον.
Γι' αυτό άλλωστε έγινε αυτή η ιστορία των φυτών που φανερώνει τη δύναμη τους, την ευαισθησία τους, τη σημασία τους στη ζωή μας. Ιστορίες φυτών βασισμένες στη λαϊκή παράδοση, που ο πλούτος της είναι ανεκτίμητος, μοναδικός .
Ευαγγελία Τσαλαβρέτα
Στις δύσκολες στιγμές του μαρτυρίου, όταν οι άνθρωποι Του φέρονταν σκληρά, αυτά πονούσαν μαζί Του και θρηνούσαν.
Ο φυσικός κόσμος είναι το δώρο του Θεού στον άνθρωπο για να ζει μέσα σ' αυτόν όμορφα, ειρηνικά και ευτυχισμένα. Δώρο πολύτιμο που οι παλιότερες γενιές το φρόντιζαν και το περιποιούνταν.
Κι εμείς σήμερα πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας, απαραίτητη προϋπόθεση για όμορφο, ποιοτικό περιβάλλον.
Γι' αυτό άλλωστε έγινε αυτή η ιστορία των φυτών που φανερώνει τη δύναμη τους, την ευαισθησία τους, τη σημασία τους στη ζωή μας. Ιστορίες φυτών βασισμένες στη λαϊκή παράδοση, που ο πλούτος της είναι ανεκτίμητος, μοναδικός .
Ευαγγελία Τσαλαβρέτα
Περισσότερα ... http://www.scribd.com/doc/26662400
Ετικέτες
Ήθη κι Έθιμα,
Πάσχα
Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009
Ξωτικά, παγανά και καλικάντζαροι
«Φεύγετε να φεύγομε γιατ’ έρχετ’ ο τουρλόπαπας




Από τις επωδές προτιμότερο ήταν το «Πάτερ ημών», ή η φράση «Ξύλα, κούτσουρα, δαυλιά καμένα», επειδή όλα τα δαιμονικά πλάσματα τρέμουν τη φωτιά. Φράση που είχε μεταπέσει σε παροιμία από τα τέλη κι όλας του 19ου αιώνα και χρησιμοποιούνταν (όπως αναφέρει ο Λουκάτος), «επί των παντελώς αχρήστων πραγμάτων ή επί μωρών και ασυναρτήτων λόγων».
Αλέξης Γκλαβάς
με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του…»,
είναι το άσμα που σύμφωνα με την Νεοελληνική μυθολογία τραγουδούν οι καλικάντζαροι όταν -παραμονή των Θεοφανίων- εγκαταλείπουν τη γη για να κατέβουν πάλι κάτω στα έγκατα της, να συνεχίσουν τη δουλειά που είχαν αφήσει στη μέση. Το πελέκημα του δέντρου (με τσεκούρια, με πριόνια ή και με τα δόντια τους), που κρατά όρθιο τον κόσμο. Υπάρχουν βέβαια κι άλλες εκδοχές τούτης της δοξασίας, όπως η παρακάτω:
«Οι καρκάντσαλοι έχουν την κατοικία τους στον Αδη κι ροκανούν μι τα δόντια τους τα στύλια απού βαστούν τον ουρανό να μην πέσει κι πλακώσει τη γη. Κι ρουκανώντας, ρουκανώντας κουντεύουν να κόψουν τα στύλια. Τα φέρνουν ίσαμ’ αδράχτι απ’ γνέθουν οι γυναίκες μα τους πλακώνουν οι μέρις των Χριστουγέννων κι τ’ αφήνουν κι βγαίνουν στον κόσμο. Κι όσου να γυρίσουν πίσω, τα βρίσκουν όπους ήταν εξ αρχής, αφάγουτα».

Τα περίεργα αυτά γεννήματα της φαντασίας του ελληνικού λαού ήταν δαιμόνια που ανέβαιναν στην γη σε τακτά χρονικά διαστήματα, κυρίως στην διάρκεια του δωδεκαημέρου, μεταξύ της παραμονής των Χριστουγέννων και της παραμονής των Θεοφανίων.
Ο Νικόλαος Πολίτης υποστηρίζει ότι όλες οι δοξασίες σχετικά με τους καλικάντζαρους είναι ελληνικές (παραθέτοντας σημαντική επιχειρηματολογία που δεν είναι δυνατόν να μεταφερθεί εδώ λόγω χώρου) και προέρχονται από δεισιδαιμονίες και έθιμα που συνυφάνθηκαν με παλαιότερες μυθικές παραστάσεις. Λαϊκές δοξασίες για τα δαιμόνια του δωδεκαημέρου αναφέρει πρώτος ο Αλλάτιος τον 17ο αιώνα, ενώ έχουν διάφορα ονόματα με γνωστότερο και ευρύτερα διαδεδομένο το καλικάντζαρος, σε όλες τις παραλλαγές του: καλκάντζαρος, καλκαντζόνι, καλκάνι, καλικάντσιαρος, καρκάντζαλος, σκαλικάντζαρος, καρκάντζολος κ.λ.π. Αυτόν τον τελευταίο τύπο δανείστηκαν οι Αλβανοί σχηματίζοντας τη λέξη καρκαντζιόλι, οι Τούρκοι το καρά κοντζόλ και οι Βούλγαροι το κοροκοντζέρε και κερεκοντζούλ. Στα κοινά ονόματά τους ανήκουν και τα: παγανά, παρωρίτες, βουρβούλακες (που σημαίνει και τους βρυκόλακες), κωλοβελόνηδες (Αττική), πλανήταροι (Κύπρος), Τσιλικρωτά (Μάνη), καλιοντζήδες (Ζαγόρι) κ.ά.

Ο Φαίδων Κουκουλές παραδέχεται εν μέρει την ερμηνεία του Νικόλαου Πολίτη και προσθέτει ότι οι καλικάντζαροι προήλθαν και από τους κανθάρους. Κάνθαροι ή καλικάντζαροι κατ' ευφημισμό ήταν βλαπτικά κολεόπτερα για τους αγρούς και για τ' αμπέλια. Ύστερα εμφανίστηκαν σαν δαιμόνια με μορφή κανθάρων. Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους οι μεταμφιεσμένοι και άλλα στοιχεία κυρίως παλαιά, προστέθηκαν και μεταπλάστηκαν στα σημερινά δαιμόνια τους καλικάντζαρους.
Ο Κωνσταντίνος Ρωμαίος υποστήριξε την άποψη πως οι καλικάντζαροι προέρχονται από τις αρχαίες κήρες δηλ. τις ψυχές των νεκρών. Την ίδια άποψη ασπάστηκε και ο Γεώργιος Μέγας και ο Γεώργιος Παπαχαραλάμπους.
Ο Κυριάκος Χατζηϊωάννου εξέφρασε τη γνώμη ότι οι καλικάντζαροι παρουσιάζουν ομοιότητες με τους ελληνικούς Σατύρους και με τα αραβικά δαιμόνια τζιν . Στη συνέχεια υποστήριξε ότι οι καλικάντζαροι έχουν χαρακτηριστικά που για να ερμηνευθούν πρέπει να ανατρέξουμε στη γιορτή των αρχαίων Κρονίων και όχι των ρωμαϊκών Σατουρναλίων, όπως υποστήριξε ο Νικόλαος Πολίτης. Ακολούθως εισηγήθηκε την άποψη ότι οι μεταμφιέσεις του Δωδεκαημέρου είναι υπολείμματα των μεταμφιεσμένων κατά τις πομπές που γίνονταν προς τιμή του Θεού Διονύσου, των υπολοίπων Θεών και του αυτού Δαίμονα.

Υπάρχουν κι άλλες απόψεις που θα μπορούσαμε να τις παραθέσουμε συγκεντρωτικά:
Επειδή οι δώδεκα μέρες του Δωδεκαημέρου προστέθηκαν για να εναρμονιστεί ο σεληνιακός με τον ηλιακό χρόνο θεωρήθηκαν μέρες εμβόλιμες, μη κανονικές. Κατά το διάστημα αυτό επέρχεται μια αναστάτωση στην τροχιά του χρόνου. Σ' αυτή την αλλαγή παρουσιάζονται μυστηριώδη όντα ενοχλητικά ή βλαπτικά. Τέτοιοι είναι οι καλικάντζαροι που αντιπροσωπεύουν τους Δαίμονες της βλαστήσεως. Η βλάστηση αρχίζει να οργιάζει αυτή την εποχή. Σε τέτοια ανάστατη εποχή βρίσκουν ευκαιρία και οι Νεκρικοί Δαίμονες (που σχετίζονται με τους Βλαστικούς Δαίμονες, να επιφαίνονται πάνω στη γη. Εμφανίζονται δηλαδή οι νεκρικές ψυχές σαν Δαίμονες.
Κοινό γνώρισμα των καλικαντζάρων είναι η δυσμορφία τους, τα μακριά αχτένιστα μαλλιά, τα κόκκινα μάτια, τα καπρόδοντα, τα μακριά νύχια, τα γαϊδουρινά πόδια. Πολλές φορές ήταν κουτσοί, άλλοτε ήταν κουτσός μόνον ο αρχηγός τους. Όπως δε πιστεύεται ανήκαν στα «πονηρά» πνεύματα. Αντίθετα, ο Θάνος Βελλούδιος στην μελέτη του εμφανίζει και μία κατηγορία «καλών πνευμάτων» τις «Καλοκυράδες» και τους «Χρυσαφέντες», που ο Ν.Γ. Πολίτης υποστηρίζει ότι ήταν ονομασίες που δίδονταν κατ’ ευφημισμόν. Είναι ντυμένοι με κουρέλια και σιδεροπάπουτσα, αλλά βασικά στοιχεία της ένδυσής τους ήταν επίσης η σκούφια ή κατσούλα, φτιαγμένη από γουρουνότριχες «ως πίλος οξυκόρυμβος» και η καπότα, η οποία θυμίζει «τους δασείς χιτώνας των Σιληνών». Κατά κανόνα πάντως οι καλικάντζαροι δεν έκαναν μεγάλο κακό στους ανθρώπους, όσο κι αν τους «σταύρωναν» και τους πείραζαν.
Καλικάντζαροι γίνονταν τα παιδιά που τύχαινε να γεννηθούν την ημέρα των Χριστουγέννων, ή κατ’ άλλους σε όλη την διάρκεια του δωδεκαήμερου και το παιδί γλίτωνε μόνον αν βαπτιζόταν αυθημερόν και ο παπάς δεν έκανε κανένα λάθος κατά την διάρκεια του μυστηρίου.

Στην περίοδο του δωδεκαημέρου συναντώνται έθιμα χριστιανικά και ειδωλολατρικά μαζί, τα οποία συμπορεύονται με αφετηρία την τροπή του ήλιου (21 Δεκεμβρίου). Έτσι οι καλικάντζαροι δείχνουν να είναι απόγονοι των μεταμφιεσμένων του Δωδεκαημέρου στο Βυζάντιο, έθιμο που περνάει σε πολλά μέρη της Μακεδονίας με τις τελετές του Αράπη, τα Μωμοέρια, τα Μπουμπουσάρια κ.ά. αλλά και τα Καστοριανά Ρογκατσάρια (που ο Λουκάτος θεωρεί πιθανόν το όνομα να είναι παραφθορά του Λυκοκαντζάρια - Καλικαντζάρια) καθώς επίσης και των νεκρικών δαιμόνων, συμβολίζοντας τους αρχαίους Κήρες ή Νεκυδαίμονες, που την περίοδο αυτή του χειμώνα και των τροπών του ήλιου ανέβαιναν στη γη. Κατά τον Πολίτη οι μεταμφιεσμένοι του Δωδεκαημέρου «παρέσχον το ενδόσιμον εις την φαντασίαν του λαού» για να πλάσει τους καλικαντζάρους, καταλήγοντας ότι η δοξασία «περί επιφοιτήσεως αυτών εις την γην μόνον κατά το δωδεκαήμερον θα ήτο ακατανόητος εάν δεν ανεφέρετο εις τους εορταστάς του Δωδεκαημέρου».
Ο Ν.Γ. Πολίτης παρατηρεί ότι τα σωματικά ελαττώματα των καλικαντζάρων «υπενθυμίζουσι τας διαστρόφους μορφάς των Καβειρίων δαιμόνων και των άλλων πλασμάτων των κατά τόπους διονυσιακών λατρειών». Ο ίδιος αναφέρει ότι έδειξε σε απλούς χωρικούς εικόνες δύο πήλινων ειδωλίων που βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο και «ομοφώνως μοι είπον ότι παριστώσι καλλικαντζάρους».
Οι μακρινές μνήμες από τις παραδόσεις αιώνων, αναγνωρίζονται στη Νεοελληνική μυθολογία. Οι καλικάντζαροι π.χ. τρώνε ακαθαρσίες («φίδια, γουστέρες κι άλλα μαγαρισμένα πράματα») και μαγαρίζουν την τροφή των ανθρώπων, όπως ακριβώς οι Άρπυιες που άρπαζαν την τροφή του Φινέα, «ολίγα δε, όσα οσμής ανάπλεα κατέλιπον, ώστε μη δύνασθαι προσενέγκασθαι» (Απολλόδωρος).
Υπήρχε επίσης η δοξασία ότι, αν μιλήσεις σε καλικάντζαρο, αυτός μπορούσε να σου πάρει τη λαλιά. Μια δοξασία με παμπάλαιες ρίζες. Ο βυζαντινός Τιμαρίων αναφέρει δαίμονες οι οποίοι «Δυνάμει τινί λαθραία πεδούντες την λαλιάν», ενώ οι αρχαίοι έπαυαν να μιλούν όταν πλησίαζαν σε τάφους.Τρεις τρόπους απομάκρυνσης των καλικαντζάρων αναφέρει η παράδοση. Χριστιανικές ιεροτελεστίες, επωδές και μαγικές πράξεις. Από το χριστιανικό οπλοστάσιο, σημαντική είναι η δύναμη του σταυρού, που τον σημείωναν στα οικιακά σκεύη, τα πιθάρια με το λάδι και το κρασί, τα αγγεία με το πόσιμο νερό και ενίοτε στα μέτωπα των παιδιών και φυσικά το οριστικό διώξιμό τους με τον αγιασμό της Πρωτάγιασης (Παραμονής των Θεοφανίων).
Από τις επωδές προτιμότερο ήταν το «Πάτερ ημών», ή η φράση «Ξύλα, κούτσουρα, δαυλιά καμένα», επειδή όλα τα δαιμονικά πλάσματα τρέμουν τη φωτιά. Φράση που είχε μεταπέσει σε παροιμία από τα τέλη κι όλας του 19ου αιώνα και χρησιμοποιούνταν (όπως αναφέρει ο Λουκάτος), «επί των παντελώς αχρήστων πραγμάτων ή επί μωρών και ασυναρτήτων λόγων».Για τις μαγικές πράξεις, η φωτιά ήταν απαραίτητη. Το τζάκι που δεν επιτρεπόταν να σβήσει κατά την διάρκεια του Δωδεκαήμερου και τα δυο μεγάλα κούτσουρα, τα «Χριστόξυλα», ένα από ήμερη ελιά κι ένα από πουρνάρι, που θα έκαιγαν συνεχώς. Ο χαμοηλιός (Carlinia Graeca), ένα αγκαθωτό ενδημικό φυτό θεωρείται ότι φυλάει το σπίτι, αλλά και ολόκληρο το χωριό λειτουργώντας αποτρεπτικά («Χαμοηλιός μυρίζει εδώ/Να χαθεί τέτοιο χωριό!») καθώς και ο απήγανος (Ruta Montana) τον οποίον καίνε και σταυρώνουν τα πορτοπαράθυρα και τα μέτωπα των αβάπτιστων παιδιών. Δραστικό ήταν επίσης το κάπνισμα με δύσοσμες ουσίες, ακόμα και παλιά τσαρούχια.
Τρόπος άμυνας ήταν κι η τοποθέτηση ενός κόσκινου στα σημεία από τα οποία θα μπορούσαν να μπουν οι καλικάντζαροι. «…Ετσι ο σκαλικάντσαρος, σα μπαίνει για να κάμει κακό στο σπίτι και γλέπει το κόσκινο, αρχινάει να μετράει τσι τρούπες του, μα μετρώντας τες ξημερώνεται και λαλώντας ο πρώτος κόκορης, ο σκαλικάντσαρος τσακίζεται να φύγει…»
Αυτά για τους καλικάντζαρους και τη νεοελληνική μυθολογία. Μένει ν’ αναρωτιόμαστε μόνο καμιά φορά, αν στον αιώνα του Διαδικτύου και των McDonald’s αξίζει τον κόπο να μιλάμε για καλικαντζάρους. Όπως και να ‘χει όμως το πράγμα, εσείς φροντίστε να βάλετε κόσκινο στην καμινάδα, ώστε οι καλικάντζαροι που θα θελήσουν να σας επισκεφθούν να απορροφηθούν μέχρι το λάλημα του πρώτου πετεινού στην προσπάθειά τους να μετρήσουν του κόσκινου τις τρύπες κι έτσι να μην σας κατουρήσουν τη φωτιά, να μην σας μαγαρίσουν τις τροφές και τα μελομακάρονα, να μην αναστατώσουν το σπίτι απ’ άκρου εις άκρον.
Βιβλιογραφία:
Βελούδιος Θάνος: Αερικά, ξωτικά και καλικάντζαροι (Ιδιωτική έκδοση χωρίς ημερομηνία)
Λουκάτος Δημήτρης: Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών (εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1984)
Λουκάτος Δημήτρης: Συμπληρωματικά των Χριστουγέννων και της Άνοιξης (εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1985)
Πολίτης Νικόλαος: Παραδόσεις του ελληνικού λαού Α’ & Β’ (εκδ. Γράμματα, Αθήνα 1994), στον Β’ τόμο του οποίου υπάρχει πληθώρα σχολίων και τα επιχειρήματά του περί ελληνικότητας των καλικαντζάρων
Οι εικόνες είναι του Θάνου Βελούδιου
Ετικέτες
Ήθη κι Έθιμα,
καλικάντζαροι,
Ξωτικά,
παγανά
Παράξενα έθιμα Χριστουγέννων
Στολίζουμε δέντρο, γεμίζουμε τα μπαλκόνια και τις αυλές φωτάκια, περιμένουμε τον Αγιο Βασίλη, ετοιμάζουμε κουραμπιέδες, μελομακάρονα και βασιλόπιτα.
Τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά στην Ελλάδα έχουν καταλήξει εδώ και χρόνια να είναι ένα συνοθύλευμα εθίμων «κλεμμένα» από δω και από κει, προκειμένου να εναρμονιστούμε με τα δυτικά πρότυπα.
Ωστόσο υπάρχουν παγκοσμίως ένα σωρό παράξενα έθιμα που έχουν τις ρίζες τους σε παγανιστικές παραδόσεις και συνδέονται άρρηκτα με τις γιορτές. Ας δούμε παρέα μερικά από αυτά που διατηρούνται σε διάφορες γωνιές του κόσμου.
Στην Ουκρανία συνηθίζεται ανάμεσα στα στολίδια του δέντρου να βάζουν και ψεύτικες αράχνες με (και πάλι ψεύτικους) ιστούς. Η αράχνη πιστεύεται ότι φέρνει τύχη και σε όποιο σπίτι εμφανιστεί πραγματική αράχνη το πρωί των Χριστουγέννων το έθιμο λέει ότι η οικογένεια θα είναι καλότυχη όλο το χρόνο.
Τα παιδάκια σε αρκετές επαρχίες της Μ. Βρετανίας γράφουν γράμματα στον Αγιο Βασίλη, που στη συνέχεια πετούν στο αναμμένο τζάκι. Και τούτο επειδή υποτίθεται ότι ο Αγιος ενημερώνεται για τις επιθυμίες των πιτσιρικιών κατευθείαν από τον καπνό. Οι νοικοκυρές πάλι φτιάχνουν την παραδοσιακή πουτίγκα, μόνο που, προτού ξεκινήσουν, κάνουν μια ευχή. Η οποία, για να βγει, πρέπει να ανακατέψουν τα υλικά του γλυκού μόνο δεξιόστροφα!
Στην Αυστρία πάλι ο Αγιος Βασίλης (Αγιος Νικόλαος, σε αυτούς) «συνοδεύεται από τον Κράμπους. Ενα φριχτό κακάσχημο πλάσμα που επισκέπτεται τα σπίτια μία μέρα πριν από τον Αγιο Νικόλαο και αρπάζει τα κακά παιδιά! Τα καλά παιδιά πάλι παίρνουν το δωράκι τους την επόμενη μέρα!
Στη Νορβηγία, το βράδυ των Χριστουγέννων, σε κάθε σπίτι καταχωνιάζονται οι σκούπες! Το έθιμο έχει τις ρίζες του σε παγανιστική παράδοση που έλεγε ότι εκείνη τη νύχτα οι μάγισσες και τα κακά πνεύματα καβαλάνε τις σκούπες που βρίσκουν εύκαιρες και αλωνίζουν...
Οι Ιρλανδοί πάλι, επειδή ως γνωστόν είναι γερά ποτήρια, αφήνουν στον Αγιο Βασίλη γάλα και μπισκοτάκια για να ξαποστάσει, αλλά... και μπίρες! Και για να μην πιει ξεροσφύρι ο Αγιος, βάζουν μαζί και αλμυρές πίτες. Ακόμα το βράδυ των Χριστουγέννων αφήνουν ένα αναμμένο κερί ή φωτάκι στα παράθυρά τους.
Οι Ιταλοί παραδοσιακά περιμένουν όχι τον Αγιο Βασίλη, αλλά τη Strega Buffana να φέρει τα δώρα στα παιδιά. Μια καλοκάγαθη μάγισσα που στα καλά παιδιά φέρνει δώρα και στα κακά δίνει... κάρβουνα.
Αλλά και στη χώρα μας, και ιδιαίτερα στις επαρχίες, συναντά κανείς παράξενα και... υπό εξαφάνιση έθιμα.
Στη Θεσσαλία οι κοπέλες το πρωί των Χριστουγέννων «ταΐζουν τη βρύση». Βάζουν δηλαδή στις βρύσες του χωριού βούτυρο, μέλι και διάφορες άλλες λιχουδιές, για να είναι η ζωή τους γλυκιά τον νέο χρόνο και να έχουν καλές σοδειές.
Την παραμονή των Χριστουγέννων πάλι σε αρκετές επαρχίες της χώρας μας «παντρεύουν» τη φωτιά. Ονοματίζουν ένα ξύλο με θηλυκό όνομα και ένα με αρσενικό και τα καίνε, προκειμένου να διώξουν τους καλικάντζαρους.
Στη Χίο αρκετές ενορίες κρατούν το έθιμο του «καραβιού». Φτιάχνουν δηλαδή καραβάκια σε σμίκρυνση, τα οποία και στολίζουν και συναγωνίζονται με τις άλλες ενορίες για το ποιο καραβάκι είναι το πιο όμορφο και καλοκατασκευασμένο.
Για περισσότερα έθιμα και παραδόσεις επισκεφθείτε:
Πηγή: Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Ετικέτες
Αυστρία,
Ήθη κι Έθιμα,
Θεσσαλία,
Ιρλανδία,
Ιταλία,
Μ. Βρετανία,
Νορβηγία,
Ουκρανία,
Χίος
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)









